Η Άλλη
8/3/2009
|
Δεν πιστευω στα φαντασματα. Ισως γιατι μ’ εχουν αφησει ησυχο. Ισως γιατι εχω να δω απο τοτε στην Ιαπωνια εκεινη την
γυναικα που ερχοταν καθε βραδυ και στεκοταν απεναντι απο το κρεβατι μου. Τοτε αρχισα να κοιμαμαι με ανοιχτα τα φωτα. Και αυτο την αναγκασε να τραβηχτει πιο πισω ακριβως
κατω απο τον παραστατη της πορτας. Ειχα ενα ελαφρύ, φοβισμενο υπνο εκεινο το
βραδυ αλλα ηταν καπως καλυτερα. Δεν ηξερα αν ηταν δικο μου φαντασμα ή του σπιτιου. Οι
Γιαπωνεζοι πιστευουνε οτι στη χωρα τους υπαρχουν χιλιαδες φαντασματα απο
αυτους που εξαυλωθηκαν μεσα σε μια στιγμη απο τη βομβα και δεν προλαβαν καν
να καταλαβουν που πηγαν. Ετσι σκεφτηκα οτι ηταν του σπιτιου και ησυχασα. Δεν
με πειραζε κιολας εκτος απο ενα βραδυ που αρχισε να περπαταει στη πλατη μου.
Σηκωθηκα ανατριχιασμενος και με κρυο ιδρωτα και αναψα ολα τα φωτα του
σπιτιου, της βεραντας και του κηπου. Το σπιτι μου εμοιαζε σαν ενα πυροτεχνημα
μεσα στη νυχτα της μικρης πολης. Αυτο τη συνετισε ομως και δεν το ξανακανε.
Τη φανταζομουνα να καθεται και να κοιταει το σπιτι απο μια αποσταση εξω απο
το φωτεινο του κυκλο. Για να μαθει. Δε νομιζω οτι καθοταν ολη νυχτα και με κοιταζε. Καποια
βραδυα την ακουγα να χαρχαλευει στη κουζινα. Τι προσπαθουσε να κανει? Να
μαγειρεψει ισως. Πρεπει να ηταν πολυ στεναχωρημενη που δεν μπορουσε να πιασει
τις κατσαρολες και τα τηγανια. Αυτο πρεπει να της στοιχιζε πολυ. Ισως γι αυτο
μονο στη κουζινα την ακουγα να κλαιει. Δεν μπορουσε να σπασει και τιποτα να
εκτονωσει την οργη της. Τη μερα δεν ξερω τι εκανε. Ισως την ενοχλουσε το
φως-καλα αυτο το ηξερα- ισως οι ηχοι της μερας ή ο δυνατος ηχος γενικως. Γι
αυτο και οταν ηθελα να ειμαι στην ησυχια μου χωρις να υποψιαζομαι την
παρουσια της πισω απο την πλατη μου εβαζα δυνατα μουσικη. Αυτο μαλλον την
εκανε να αποτραβηχτει στις δικες της σκοτεινες και ησυχες γωνιες. Βεβαια η
τακτικη αυτη μου στοιχισε μια μικρη κωφωση αλλα χαλαλι απο το να ζω με την
υποψια οτι με ειχε πλησιασει τοσο. Μια φορα γυρνωντας απο τη δουλεια βρηκα πανω στην
ξεχασμενη ανοιχτη σιδερωστρα ενα ασπρο μου πουκαμισο. Απλωμενο, ετοιμο για
σιδερωμα. Δεν ξερω γιατι αλλα της εκανα τη χαρη και το φορεσα στη βραδυνη μου
βολτα. Γυναικα δεν με πλησιασε κεινο το βραδυ, ουτε καν απο τις αγοραιες.
Γυρνωντας στο σπιτι το ιδιο βραδυ ακουσα κατι σα σιγανο τραγουδι απο μεσα που
σταματησε μολις μπηκα. Μια περιεργη εξαψη χαρας ηταν απλωμενη στο χωρο σαν
καποιος που μολις χορευε να ειχε αμεσως πριν αλλαξει δωματιο. Φοβηθηκα οτι
αυτη η χαρα μπορει να τη δυναμωνε ή να την αποθρασυνε και αναψα παλι ολα τα
φωτα του σπιτιου εκτος απο αυτα του κηπου. Ας την εβγαζε στο κηπο σημερα. Το
σπιτι μου εμοιαζε σα μια μικρη φωτια σε μια σκοτεινη ερημο εκεινη τη νυχτα. Οταν ερχοταν καποια γυναικα στο σπιτι αποσυροταν στις
γωνιες της αλλα την αλλη μερα εβρισκα καποια πραγματα μου ανακατεμενα. Μια
φορα μου ελειπαν και λεφτα αλλα δεν ηξερα και ποια να κατηγορησω. Την
περαστικη της χτεσινης νυχτας ή τη μονιμη που ηξερε τη φιλαργυρια μου τοσο
καιρο τωρα και ηθελε να με τιμωρησει για την απιστια μου. Ενα καιρο, πολυ απογοητευμενος για αλλους λογους αφησα
μονο ενα μικρο πορτατιφ αναμμενο διπλα μου, εκλεισα ολα τα αλλα φωτα του
σπιτιου και αρχισα να της μιλαω. Την ενιωθα κοντα μου στο ενα μετρο περιπου.
Ηθελα να της πω να καθισει κιολας αλλα δεν ηξερα αν αυτο γινεται. Ηθελα να τη
κερασω κι ενα ουισκυ να σου πω την αληθεια. Ημουνα πολυ περιεργος αν την
επιανε το αλκοολ. Και ηθελα να φυγει λιγο απο αυτη τη καθημερινη υπομονετικη,
κλαψιαρικη κατασταση της και να ερθει λιγο πιο κοντα στη δικια μου. Τελος
παντων ηπια ολο το ουισκυ μονος μου και της ειπα πολλα. Δεν ξερω τι καταλαβε,
δεν ξερω καν αν καταλαβαινε αγγλικα και ελληνικα ετσι οπως τα μπερδευα.
Πολλοι λιγοι Γιαπωνεζοι σε αυτη τη πολη μιλουσαν αγγλικα ουτως ή αλλως. Αν
ομως καταλαβαινε τωρα ξερει πιο πολλα πραγματα για μενα απ΄ολο το κοσμο. Με πηρε ο υπνος στη πολυθρονα με το πορτατιφ ανοιχτο. Το σπιτι μου εμοιαζε σαν ενα αναμμενο καρβουνακι μεσα
σε μια απεραντη σκοτεινια εκεινη τη νυχτα. Απο τοτε σταματησα να φερνω γυναικες στο σπιτι. Με
καποιο μυστηριο τροπο καταλαβα ποσο εντονα τη στεναχωρουσε αυτο και δεν ηθελα
να προσθεσω και αλλη πανω στην πυκνη ετσι οπως την ενιωθα θλιψη της. Καπως το ενιωσε οτι θα εφευγα. Μαλλον βλεποντας την
τελευταια βδομαδα να μαζευω σιγα σιγα ολα μου τα πραγματα. Πρεπει να ειδε και
τη μεγαλη βαλιτσα για πρωτη φορα ανοιχτη. Στα συντομα μονοημερα διήμερα
ταξιδια μου επαιρνα τη μικρη μονο οποτε ηξερε απο τις συσχετισεις και δεν
ανησυχουσε. Η μεγαλη βαλιτσα ομως την αναστανωνε. Αργοτερα και για πολυ καιρο
(ακομα και τωρα) μετανιωνα που την ειχα αφησει ολη αυτη τη βδομαδα ανοιχτη να
τη βλεπει μπροστα της ,να λυπαται και να εξαγριωνεται. Την ενιωθα σαν ενα αστατο αερα να γυριζει απο δωματιο
σε δωματιο χωρις να ξερει τι να κανει. Πως ν΄ αλλαξει αυτο που ενιωθε οτι
ερχοταν. Το τελευταιο βραδυ τα ηξερε ολα. Εγω δε μπορουσα να
κοιμηθω απο την ενταση του επικειμενου ταξιδιου. Αυτη ετρεχε και
στροβιλιζοταν μεσα στο σπιτι μανιασμενα. Καποια στιγμη ολη της η οργη και η
απογνωση της εδωσε φαινεται την ικανοτητα που χρειαζοταν και αρχισε να σπαει
πραγματα. Το αρχισε και μετα δυναμωνε ολο και περισσοτερο. Ολα τα εσπασε. Οτι
μπορουσε δηλαδη να σπασει. Εγω καθομουνα παλι στην πολυθρονα μου με το
πορτατιφ μονο αναμμενο διπλα μου. Ολο το αλλο σπιτι σκοτεινο. Εβλεπα ποτηρια
και πιατα να συντριβονται στο πατωμα, κουρτινες ν’ ανεμιζουν, σεμεδακια με
γκεισες να εκσφενδονιζονται στον αερα και το καδρο με εναν κηπο του Κυότο να
πηγαινοερχεται σα να ηταν σε τραινο. Μολις ηρεμησε ή κουραστηκε επικρατησε μια βαρεια σιωπη
στο σπιτι. Φοβηθηκα οτι πεθανε. Εμεινα λιγο ετσι να περιμενω. Μετα κατεβασα
με τη μία ολο το ουισκυ που ειχα στο ποτηρι και το αφησα στο τραπεζακι.
Εκλεισα το πορτατιφ. Καποια βραδυα ετσι οπως καθομαι στις μπαρες και
περιμενω να λιγοστεψει η ωρα που θα περασω στο αδειο σπιτι νομιζω οτι τη
βλεπω καπου στην απεναντι ακρη να με κοιταει. Μαλλον φαντασια μου ειναι ομως.
Δεν ειναι δυνατον να πιστεψω οτι ενα φαντασμα μπορει να περασει μια τοσο
μεγαλη θαλασσα. Γι αυτο σου λεω. Δεν
πιστευω στα φαντασματα. |
Το ξύπνημα
27/1/2009
Ειχε βρει μια δουλεια σε γειτονικη πολη.
Μιάμιση
ωρα με το ΚΤΕΛ, που το προτιμουσε γιατι το να οδηγει τα χαραματα στην Εθνικη
Οδο αγουροξυπνημενος δεν θα ηταν και το πιο φρονιμο.
Στη
δουλεια επρεπε να ειναι στις εφτάμιση. Η διαδρομη ηταν κοντα μιαμιση ωρα, βαλε
να παει λιγο πιο νωρις να πιασει μια καλη θεση δεξι παραθυρο να παρει εναν
υπνακο μεχρι να φτασει. Αυτο μας κανει οτι επρεπε να ξυπναει απο τις πεντε.
Το
βασικοτερο ολων ηταν αυτος ο υπνακος στο λεωφορειο. Μονο αν τον καταφερνε οπως
τον ηθελε ειχε καλες πιθανοτητες να τη βγαλει νηφαλιος ολη μερα χωρις να
κοιμαται στο γραφειο. Ετσι σιγα σιγα βρηκε μια νορμα που τον βολευε. Σηκωνοταν
χαλαρα, εριχνε λιγο νερο μονο στα ματια για να μπορεσει να οδηγησει μεχρι τη
σταση, καφε δεν επινε. Αυτο που ηθελε ηταν να εχει ξυπνησει στον απολυτως
απαραιτητο βαθμο, τον αναγκαιο να παει μονο ως τη σταση και να περιμενει. Εαν ο
υπνος αργουσε εστω και λιγο να ερθει τον γεμιζε αγχος να σκεφτεται τα
χιλιομετρα που διανυονταν γρηγορα. Οσο ενιωθε οτι πλησιαζε τοσο η προοπτικη του
υπνου απομακρυνοταν και στη δουλεια εφτανε με μια ασχημη διαθεση υπερτονισμενη
απο την αγχωδη προσπαθεια να κοιμηθει, απο τη νυστα και απο τα νευρα του.
Το πιο
σημαντικο ηταν να διατηρειται σε μια κατασταση ισορροπιας μεταξυ νηφαλιοτητας
και ληθαργου. Η νηφαλιοτητα επρεπε να ειναι τοση οση χρειαζοταν να οδηγησει με
ασφαλεια αυτο το δεκαλεπτο ως τη σταση και ο ληθαργος του θα επρεπε να ειναι σε
επιφυλακη να αναλαβει αυτος τα ηνια με το που θα καθοταν στη θεση του.
Οδηγουσε
σιγα μην υπερβαινοντας τα εξηντα και δεν εκανε προσπερασεις. Δεν εβαζε
ραδιοφωνο μην του περασουν μεσα καμια ξαφνικη σκεψη, κανα ερωτημα, κανα
φευγαλεο μισος που αντε βρες πως θα το ξεφορτωνοταν μετα. Το μυαλο οσο γινεται
αδειο. Και γι αυτο δεν επρεπε να καταβληθει προσπαθεια. Οποιαδηποτε προσπαθεια
δουλευε εναντιον του και εναντια στο βασικο του στοχο. Ετσι αφηνε το μυαλο του
ελευθερο, να περιπλανιεται οπου ηθελε αυτο ή να στεκεται ακινητο σε περιοχες
του προηγουμενου υπνου του. Κι αυτο μπερδεμενο μη ξεροντας σε τι κατασταση
ειναι κι εχοντας απο καπου βαθεια του, απο ενα κεντρο εξουσιας του που το
φοβοταν την εντολη “Μη ξυπνησεις τελειως” διαβαινε περιοχες του ασυνειδητου σα
να ηταν στο σπιτι του με τραβηγμενες τις κουρτινες.
Δεν ηταν
ομως ακριβως ετσι. Κατι ειχε ξυπνησει, κατι εβλεπε, κατι ειχε μισανοιξει την
κουρτινα και κοιταγε. Δεν ηταν απο αδιακρισια γιατι η θεση του ηταν ακριβως
εκει που σμιγουν οι δυο κουρτινες, η μικρη χαραμαδα ηταν στην επαφη αυτων των
δυο καταστασεων που δεν θα μπορουσε να ειναι απολυτως στεγανη με τιποτα.
Και ηταν
στην περιεργη κατασταση να οδηγαει ή ακουμπισμενος στη σταση να περιμενει και
να κατακλυζεται απο εικονες παραξενες και αναμνησεις θαμμενες χιλια μετρα μες
στη γη του μυαλου του. Αναμεσα στα ξεφτιδια του ονειρου τού ερχονταν εικονες
απο προσωπα, κουβεντες και συναισθηματα παλια. Και απορουσε. Και με τη γευση
του παρελθοντος που του ερχοταν τωρα ανεπεξεργαστη και με αυτη την βελονα στη
σκεψη μα πως ηταν δυνατον να ειχαν γινει ετσι τα πραγματα. Γιατι δεν ειχε κανει
κατι αλλο? Γιατι τοτε δεν ειχε φυγει ή τοτε δεν ειχε γυρισει, γιατι τοτε δεν
ειχε μιλησει και τοτε δεν ειχε σωπασει?
Η απορια
του επρεπε να ειναι και αυτη χαλαρη, η βελονα δεν επρεπε να ειναι πολυ μυτερη.
Το πολυτιμο ποσοστο του εναπομειναντος υπνου του επρεπε να διατηρηθει πασει
θυσια.
Αυτο
βοηθουσε τις εικονες να ρεουν μπροστα του. Οι στιγμες ξεπεταγονταν σαν πρωινοι
βλαστοι στον ηλιο και τα συναισθηματα του απεναντι τους ερεαν και αυτα σε μια
παραλληλη τροχια που τους ακολουθουσε αλλα δεν τους αγγιζε.
Κατα
ανεξηγητο σε αυτον τροπο οι εικονες αυτες και η ηχω τους διατηρουνταν ακομα και
μετα τον εφημερο υπνο του. Εφτανε στη δουλεια και στο καφε με τους συναδελφους
τις ακουγε ακομα αλλα πιο αχνες. Ηταν φορες που δουλευε και τις αφηνε να κανουν
το παιχνιδι τους οπως ηθελαν. Ειχε μαθει να μην επεμβαίνει. Μονο καποιες
στιγμες μπορει να σηκωνε τα ματια απο τα χαρτια του και εκπληκτος με κατι να
του βγαινει σα ψιθυρος ενα “πατέρα” ή “γιατί” ή “οχι”. Εκει κατα το μεσημερακι
εσβηναν. Ισως που και που να ερχονταν μεμονωμενες καποιες ωρες απογευματινες
αλλα τους ελειπε η σαφηνεια και το βαρος.
Η
αντιστροφη διαδρομη για το σπιτι ηταν τελειως διαφορετικη. Μερικες φορες μπορει
και να κοιμοταν, τις περισσοτερες ομως κοιτουσε απο το παραθυρο το τοπιο που
εφευγε. Καποιες σκεψεις απο τη δουλεια μπερδευονταν με τα δενδρα και τους
λοφους που περνουσαν μπροστα του.
Το βραδυ
δεν υπηρχε τιποτα απο το πρωινο ταξιδι. Σα να μην ειχε συμβει. Ουτε αυτο, ουτε
η απορια του.
Ρώτα τη βροχή
7/12/2008
Το τηλεφωνο χτυπησε ενω επλενε κατι εσωρουχα στο νιπτηρα.
Ενα μπερδεμα που ειχε γινει και η βαλιτσα του ειχε μεινει στο αεροδρομιο θα
ερχοταν αυριο ή μεθαυριο. Δεν ηθελε να βαλει πλυντηριο
για δυο αλλαξιες εσωρουχα ασε που το βρηκε σαν ασκηση να ασχοληθει με κατι
που μισουσε.
Βλαστημησε κατι σοφτ, σκουπισε τα χερια στο παντελονι και
κοιταξε την οθονη. Δεν ηταν γνωστο νουμερο, απαντησε Αλό...
Απο μεσα
ακουγοταν κατι σα θορυβος που εμοιαζε με παρασιτα, μια φωνη
γυναικεια προσπαθουσε ν’ ακουστει αλλα ματαια.
Αλό, αλό ξαναειπε.
Προσπαθησε
ν’ ακουσει καλυτερα, το μονο που καταφερε να καταλαβει ηταν οτι τα παρασιτα
ηταν ο ηχος μιας δυνατης βροχης. Η φωνη επεμενε ν’ ακουστει
αλλα δεν τα καταφερνε. Διεκρινε μια αγωνια σε αυτη τη φωνη, του εμοιαζε σαν εκκληση για βοηθεια, ακουγοταν
σα βιαστικη, σαν ιδιαιτερα αγχωμενη, ενα επειγοντως ηταν το μονο ξεκαθαρο που εφτανε
ως αυτον. Εκτος απο τον ηχο της βροχης.
Το
τηλεφωνο εκλεισε. Εαν ητανε οποιαδηποτε εκκληση για βοηθεια σημαινει οτι τον
ηξεραν, γιατι λοιπον να γινει απο αγνωστο τηλεφωνο. Κοιταξε εξω, ο ουρανος αν και συννεφιασμενος δεν ηταν για βροχη. Το τηλεφωνημα δεν ηταν απο κοντα.
Λαθος, λαθος ηταν σκεφτηκε, εστιψε τα ρουχα και τα απλωσε στα
καγκελα.
Εβαλε ενα ποτο, εβαλε μια σιγανη τζαζ να παιζει και
κοιταξε εξω απο τη μπαλκονοπορτα.
Τα συννεφα του φανηκε οτι ηταν πιο βαρια τωρα, ενα τονο
πιο σκουρα, κι αυτος ο επιπλεον τονος ερχοταν απο βορειοδυτικα. Κοιταξε
το ρολοι και αφεθηκε σε μια σκεψη σα παιχνιδι.
Ηταν πεντε και εικοσιπεντε απογευμα. Εαν ερχοταν βροχη κι
εκει ο χρονος που θα μεσολαβουσε θα ηταν κατα μια απλο’ι’κη σκεψη ο χρονος που τον χωριζε απο το σημειο
του τηλεφωνηματος. Με μια σημαντικη αλλα αγνωστη
παραμετρο τη ταχυτητα του ανεμου εκει πανω στην επικρατεια των συννεφων.
Πλησιασε στη μπαλκονοπορτα και μισοκλεινοντας τα ματια προσπαθησε να εστιασει
στη ταχυτητα αλλαγης του μολυβί τονου, σκεφτηκε οτι αν χρησιμοποιουσε
και την ταχυτητα αλλαγης σχηματος των συννεφων ισως να ειχε μια ακριβεστερη αντιληψη του τι γινοταν εκει πανω.
Επικεντρωσε την προσοχη του σε ενα που ειχε πιο
καθορισμενο σχημα κατι σαν αναποδο καπελο και αρχισε να το παρατηρει. Γρηγορα
το εχασε ομως καθως το καταπιε κατι που εμοιαζε σαν μια μεγαλη χελωνα. Γυρισε το κεφαλι λιγο απογοητευμενος και το ματι του επεσε στη σημαια
στο γηπεδο του γκολφ. Μια εκλαμψη για μια παλια αναγνωση που
ειχε κανει για την κλιμακα Μπωφορ και με ενα ενδιαφερον που δεν μπορουσε να δει
την πηγη του ετρεξε στο κομπιουτερ κι εψαξε τη λεξη.
Βρηκε αυτο που ηθελε και ξαναπηγε να δει τη σημαια. Ηταν
σχεδον ζωηρος ο τροπος που κυματιζε, αρα ταχυτητα του ανεμου εδω
κατω, ας πουμε 8 μετρα το δευτερολεπτο. Εκει πανω ομως? Nα ηταν ενια, να ηταν δεκα, να ηταν εντεκα? Ας πουμε δεκα σκεφτηκε και για ευκολια του.
Αρα τριανταεξι χιλιομετρα την ωρα. Αρα αν αρχισε
να βρεχει εδω ας πουμε σε μια ωρα θα πει oτι εκει που
βρεχει τωρα ειναι τριανταέξι χιλιομετρα μακρια, με το αμαξι
το πολυ μιση ωρα. Γιατι να μη παει προς τα εκει? Τι
καλυτερο ειχε να κανει? Να πλενει εσωρουχα? ‘Η να κανει οτι χαλαρωνει με ενα ποτο επιπλεον και με τζαζ που
δεν τον αγγιζε εδω και λιγη ωρα.
Το σκεφτοτανε σοβαρα οταν το κινητο ξαναχτυπησε. Το
κοιταξε, μαλλον το ιδιο νουμερο απ΄οτι θυμοταν. Παλι ο ηχος της βροχης, πιο δυνατος τωρα. Καμια φωνη στην αρχη. Μετα σαν κατι να ακουσε. Κατι επιμονα
αγωνιωδες. Ρωτησε ονομα, ρωτησε μερος, δε μπορεσε να καταλαβει. Το τηλεφωνο
εκλεισε παλι. Παλι στο ιντερνετ εκανε ζουμ στη περιοχη του, βρηκε το σπιτι, διεγραψε ενα κυκλο ακτινας εκατο χιλιομετρων, τραβηξε μια ακτινα βορειοδυτικη. Εσωσε
στη μνημη του ονοματα πολεων στη διαδρομη αυτης της ακτινας. Αδιαβροχο, ομπρελα, γαλοτζες, λεφτα, κινητο, κονιακ. Εφυγε.
Μπηκε στο καταλληλο δρομο, εβαλε μουσικη αλλα γρηγορα την
εβγαλε καθως καποιες ερωτησεις του ηθελαν κι αλλη σκεψη.
Ταχυτητα ανεμου 10 μετρα το δευτερολεπτο, πες πεντακοσια μετρα το λεφτο για ευκολια, πες ενα χιλιομετρο καθε διλεπτο. Δηλαδη
η βροχη τον πλησιαζε ενα χιλιομετρο καθε διλεπτο, αν εμενε
ομως εκει, ακινητος. Αν ηταν μεσα στο αμαξι
αυτος πηγαινε πιο
γρηγορα προς τη βροχη, το πραγμα γινοταν πιο περιπλοκο. Πρωτον, επρεπε να κρατησει σταθερη ταχυτητα. Να παρει, ηθελε γρηγορη σκεψη, επρεπε να
διαλεξει μια βολικη ταχυτητα, δε μπορουσε να σπαει το κεφαλι του με υπολογισμους ενω οδηγουσε.
Ολα απλο’ι’κα και αν ηταν σωστα η βροχη εδω προς τα εδω απο βορειοδυτικα με τριανταεξι
χιλιομετρα την ωρα, αν αυτος λοιπον πηγαινε με...με... βρες μια ρεαλιστικη ταχυτητα, βρες, βρες, ααα εξηντατεσσερα σημαινει οτι
πλησιαζαν αυτος και η βροχη με εκατο χιλιομετρα την ωρα.
Το ξαναδουλεψε στο μυαλο του ενω την ιδια ωρα κανονιζε το γκαζι του. Ναι, σωστο
ηταν.Μολις συναντουσε τη βροχη θα επρεπε να δει την ωρα, την ωρα ηταν οταν ξεκινησε ... ω γαμωτο, δεν την ειχε δει ...οκ. οκ...κανα δεκαλεπτο ηταν...ουφ ναι αλλα τι ταχυτητα ειχε? Ε περιπου
εξηντα με εβδομηντα, ελα μη τρελαινεσε τωρα, ειπαμε απλοποιησε το...ωραια εδω και δεκα
λεπτα δηλαδη απο τις εξι παρα εφτα, τι λες ρε τωρα...πες απ’ τις εξι. Λοιπον
απο τις εξι ακριβως ξεκινησε με εξηντατεσσερα χιλιομετρα
την ωρα και παει να βρει την βροχη που ερχεται προς αυτον απο βορειοδυτικα αν καταλαβε
καλα απο εκεινη τη κινηση αυτου του συννεφου που εμοιαζε με
αναποδογυρισμενο καπελο και το εφαγε κατι που εμοιαζε με χελωνα και απο τη
κινηση της σημαιας στο γηπεδο του γκολφ και τελικα, τελικα, τελικα κινουνταν αυτος προς τη βροχη και η βροχη προς αυτον με εκατο χιλιομετρα την
ωρα. Και μολις εβρισκε τη βροχη επρεπε να εχει τα ματια του ανοιχτα να βρει
καποια γυναίκα ισως και γνωστη του, αλλιως γιατι να τον παρει δυο φορες τηλεφωνο, μια
γυναίκα που ηταν
σε αναγκη και ποιος ξερει ισως και σε κινδυνο.
Δεν ηταν
ευκολο. Ειχε σχετικη κινηση ο δρομος. Επρεπε να κανει προσπερασεις με ογδοντα κι εκατο και μετα
μεσω υπολογισμων που εκανε στο μυαλο του να γυριζει τη ταχυτητα του στα πενηντα
ή στα πενηνταπεντε
για πεντε ή οχτω λεπτα. Και αυτο συνεχεια. Το μυαλο του εγινε ενα κομπιουτερακι. Το
λιγο αλκοολ που ειχε πιει εξατμιστηκε γρηγορα απο την ενταση της σκεψης του. Τη
σκεψη του που ειχε ενα φοντο που αλλαζε συνεχεια. Ποτε αγωνια, ποτε μια παραξενη χαρα γι αυτο που εκανε, ποτε
μια συγχυση και αμφιβολια. Και πανω σε αυτο το φοντο ολο και να υπολογιζει, να συνθετει σχεσεις πλησιασματος μεταξυ αυτου, της βροχης και της αγνωστης γυναικας.
Οι πρωτες ψιχαλες χτυπησαν το παρμπριζ εφτα και
δεκα. Που σημαινει περιπου εκατοδεκαεξι χιλιομετρα απο εδω
και περα αρχιζε η περιφερεια του κυκλου μεσα στον οποιο ηταν
αυτη. Ενατξει, τωρα μπορουσε να παει με οτι ταχυτητα θελει. Κοιταξε μονο το
δεικτη των χιλιομετρων. Εβδονηνταδυο χιλιαδες τριακοσια σαραντα εφτα. Αρα απο τα εβδονηνταδυο χιλιαδες τετρακοσιαεβδομηντατρια και περα
επρεπε να εχει τα ματια του ανοιχτα. Πατησε το γκαζι. Αδιαφορη
η ταχυτητα τωρα. Εβαλε μουσικη τωρα, κανενα προβλημα. Μονο να μη ξεχαστει να
κοιταει τα χιλιομετρα. Εβδονηνταδυο χιλιαδες τετρακοσιαεβδομηντατρια. Το εκανε σκοπο που το ταιριαζε σε καθε μουσικη που παιζοτανε
για να μη το ξεχασει. Καθε πεντε λεπτα κοιταγε το δεικτη
χιλιομετρων. Χαλαρωσε λιγο και αρχισε να ριχνει και καμια ματια και στο τοπιο.
Οχι για πολυ ομως. Οσο πλησιαζε αυτο το νουμερο
ο δεικτης η αγωνια του μεγαλωνε. Αστο να παει
και το τοπιο.
Εφτασε στο
οριο αυτο στις εφτα και πενηνταένα. Ουφ τωρα επρεπε να κοψει. Επρεπε να ειναι προσεκτικος, να κοιταει δεξια και αριστερα. Εκλεισε
παλι τη μουσικη. Γυριζε το κεφαλι ποτε απο δω ποτε απο κει. Ειχε βραδυασει για τα καλα.
Τωρα
πηγαινε με σαραντα μεσα στη βροχη. Χωρις μουσικη, χωρις σκεψεις, μονο να βρει ενα σημαδι, κατι. Τι γυρευε? Δεν ηξερε. Οι απλοποιησεις ολες ειχαν τελειωσει. Ηταν εντος ή εκτος του σφαλματος τους, εντος ή εκτος ολων των υποθεσεων που ειχε κανει. Ταχυτητας, διευθυνσης κι ερμηνειων.
Ηταν μεσα στο κυκλο της ομως. Αυτο το ηξερε.
Αναμενα φωτα. Μουσικη και νυχτα και η βροχη παντου γυρω.
Καπου εδω γυρω ηταν και αυτη.
Δεξια ειδε
μια φωτεινη πινακιδα. The Blue Cafe.
Ητανε μεσα στο κυκλο της. Ενας καφες τι θα πειραζε.
Εκοψε δεξια και παρκαρε. Διπλα σ’ ενα μαυρο Πεζώ.
Τα χαρτάκια
6/12/2008
Στη
Νικολετα που γιορταζει.
Η δουλεια του ηταν να πουλαει.
Ηταν καλος σε αυτο αν κρινει κανεις απο το
αποτελεσμα.
Βεβαια υπηρχε ενα μυστικο, μονο αυτος το ηξερε, αν και παλι αυτο ειναι
σχετικο.
Δεν ειναι και αυτο σιγουρο τι ηξερε και ποσο το ηξερε.
Το μυστικο ηταν οτι δεν ηξερε ακριβως τι πουλουσε.
Μπορουσε να μιλαει με τις ωρες γι αυτο και ν’ αναλυει τις τεχνικες του
λεπτομερειες.
Του ελειπε ομως ενα βασικο επιπεδο κατανοησης αυτου που
πουλουσε. Του ελειπε μια σχεση συνδεσης. Αυτο δεν τον εμποδιζε να κανει
αυτη τη δουλεια για χρονια.
Γυρνουσε σε διαφορες πολεις και εμενε σε
ξενοδοχεια.
Πηγαινε μονο με το αυτοκινητο του, του αρεσε να οδηγει
για ωρες.
Σταματουσε κι ετρωγε σε καντινες, καποιες φορες
σταματουσε μολις εβλεπε ενα ωραιο τοπιο. Τις περισσοτερες οχι. Μολις εφτανε στη
πολη που ηθελε εκλεινε το δωματιο του στο ξενοδοχειο και μετα πηγαινε να δει
τους πελατες του.
Με τον μηχανικο του τροπο διεκπεραιωνε τη δουλεια του.
Επαιρνε φαγητο σε πακετο και ανεβαινε στο δωματιο του.
Ανοιγε την τηλεοραση, ετρωγε, καπνιζε και μετα ξαπλωνε στο κρεβατι. Απο εκει
παρατηρουσε το δωματιο για ωρες. Γυριζε το βλεμμα παντου. Σε καδρα, σε
κουρτινες, σε επιπλα. Αφηνε τις εικονες αυτες να μπουν στο μυαλο του. Ειχε
αρκετο χωρο γι αυτες. Η τηλεοραση επαιζε αυτος ουτε την εβλεπε ουτε την ακουγε.
Εγραφε στο μυαλο του μονο. Ο υπνος τον επερνε σε αυτη τη θεση. Η τηλεοραση
επαιζε μεχρι το πρωι.
Οταν ξυπνουσε πηγαινε στο τραπεζι κι εγραφε κατι σ’ ενα
μικρο χαρτακι. Δεν ηξερε απο που του ερχοταν, δεν υπηρχε συγκεκριμενο θεμα,
μπορει να ηταν καποιοι στιχοι, μια προταση ή ενα απλο γεια σουΕνα πρωι σε καποιο δωματιο εγραψε ασε τη σιωπη να κατσει
απεναντι σου. Το εκρυψε κατω απο
το ποδι του κρεβατιου.
Μιαν αλλη φορα εγραψε επεσα στο νερο με ολα μου τα
ρουχα.Το εκρυψε πισω απο τον
καθρεφτη του μπανιου.
Σε μια παραθαλασσια πολη κοιτωντας εξω απο το παραθυρο
εγραψε μπορεις
στ’ αληθεια να κοιταξεις για δεκα λεπτα τη θαλασσα? Και το καρφιτσωσε πισω απ’ τη κουρτινα.
Αλλοτε παλι εγραφε θα σε βρω, δεν ημουνα εδω ή μη κοιταξεις πισω σου.
Τα εκρυβε σε διαφορα σημεια, κατω απο το στρωμα, στη
σχισμη του καναπε, πισω απο καδρα. Ποσα ειχε αφησει ουτε και ο ιδιος ηξερε. Εαν
σκεφτεις οτι ηταν σε αλλη πολη καθε τρεις-τεσσερις ή πεντε μερες θα ηταν απο
ογδοντα εως εκατο το χρονο. Επι εικοσι χρονια που πρωτοξεκινησε να το κανει
αυτο τωρα θα ηταν απο χιλιαεξακοσια μεχρι δυοχιλιαδες.
Οδηγωντας αυτες τις ατελειωτες ωρες το αμαξι αυτα
σκεφτοταν. Σ’εκεινη τη χειμωνιατικη πολη με το δωματιο που εβλεπε το ρολοι της
πλατειας ειχε αφησει πισω απο το καθρεφτη του μπανιου ενα υπαρχει κι αλλη μια Μαρία και σ’ ενα αλλο που εβλεπε σ’ ενα μιζερο
ζωολογικο κηπο με δυο τρελλαμενες απο το περαδωθε τιγρεις ενα χάρισέ μου τα μαλλιά σου.
Τα σκεφτοταν οταν ταξιδευε και οταν μιλουσε για τη
δουλεια του. Ελεγε για τεχνικα χαρακτηριστικα και βελτιωσεις και το μυαλο του
ηταν σε αυτα τα χαρτακια και στην αντιδραση αυτου που θα τα εβρισκε. Συνηθως
δεν ηταν διπλωμενα για να μην τα νομισουν για σκουπιδακια αλλα ποτε δε μπορουσε
να ειναι σιγουρος. Οχι οτι θα στεναχωριοταν. Αν ειχαν αυτη τη τυχη τοτε αυτο
και τους επρεπε. Αυτη η τυχαιοτητα ως προς τη μοιρα τους που αυτος αγνουσε τον
αφηνε αδιαφορο. Σκεφτοταν ομως οτι το ταδε το εβρισκε μια καθαριστρια και απο
τοτε εμενε παντα στη μνημη της και κατι της εκανε, και καποιο αλλο ενας
ταξιδιωτης σαν αυτον που απο τοτε θα συνδεονταν για παντα, και ενα αλλο μια
κοπελα που μ’ ενα αγνωστο τροπο θα τον ερωτευοταν.
Κι ετσι κινιοταν απο πολη σε πολη, απο ξενοδοχειο σε
ξενοδοχειο, απο χαρτακι σε χαρτακι.
Και τωρα οδηγουσε προς μια πολη στα δυτικα. Βραδυαζε, δεν
υπηρχε χρονος για ραντεβου σημερα. Ο ρεσεψιονιστ του εδωσε το κλειδι και του
χαμογελασε σα να τον θυμοταν. Αλλα αποκλειεται, δεν ειχε ξαναπερασει απο δω.
Εκτος και αν ολοι οι ρεσεψιονιστ εναλλασσονταν. Γελασε με τη σκεψη του και
σκεφτηκε στο επομενο χαρτακι του να γραψει ολοι οι ρεσεψιονιστ ειναι
ενας.
Ανεβηκε, αναψε το φως και αφησε τη βαλιτσα του στο
κρεβατι. Το φως ηταν ενα εντονο κοκκινο, εδινε μια οψη στο δωματιο πολυ
περιεργη. Απορησε αλλα ηταν πολυ κουρασμενος να ζητησει να του αλλαξουν φως ή
δωματιο. Τακτοποιησε, ανοιξε τη τηλεοραση, ξαπλωσε. Αφησε το βλεμμα του στο
δωματιο. Στις κουρτινες, στα καδρα, στα επιπλα. Απλωσε το χερι του ν’ αναψει το
πορτατιφ να σπασει καπως αυτο το κοκκινο που τον κουραζε. Το πορτατιφ
μετακινηθηκε λιγο και κατω απο τη βαση του ειδε την ακρη ενος χαρτιου. Το
τραβηξε και το διαβασε δεν ημουνα εδω. Ανασηκωθηκε. Ενα κυμα ηρθε απο αυτη τη σκεψη αυτου
του μηνυματος. Τοπος, χρονος, τι καιρο εκανε, και πως ηταν αυτος τοτε. Πηγε
προς τη τηλεοραση να χαμηλωσει τον ηχο που του φαινοταν πολυ ενοχλητικος τωρα.
Πανω της ηταν ενα αλλο χαρτακι υπαρχει και αλλη μια Μαρια. Ακουμπησε σε μια καρεκλα να στηριχτει, κοιταξε
γυρω. Αρχισε να ψαχνει. Ηταν παντου. Κατω απο στρωματα, πισω απο καδρα, μεσα σε
συρταρια. Και ηταν ολα εκει. Ενα ενα. Αφου τα θυμοταν ολα. Τα εβαλε ολα πανω
στο κρεβατι. Απλωνε το χερι του και επερνε τυχαια και διαβαζε. Και θυμοταν. Και
λυποταν. Τελικα κανενας δεν τα ειχε βρει. Ουτε καθαριστριες, ουτε ταξιδιωτες,
ουτε
κοπελες.
Εκλεισε
τη
τηλεοραση.
Τα
διαβασε
ολα.
Ολη νυχτα
τα
διαβαζε.
Μετα ξαπλωσε πανω
τους.
Κοιμηθηκε εναν ωραιο υπνο.
Σαβ, 14 Φεβ 2009 06:31 μμ
Δούλευε στο παραδιπλανο μπαρ
απο αυτο των ασχημων που ειχε γινει κεινο το καιρο το στεκι μου. Οταν οι
Γιαπωνεζοι αραιωνανε και ειχε αναδουλεια απο κει ερχοταν και παιζαμε
ποδοσφαιρακι.
Ανασηκωνε τα μανικια του
μεταξωτου κιμονο και αρχιζε να βαραει με μανια το μπαλακι δαγκωνοντας την ακρη
της γλωσσας της.
«Ρούφα το» μου ελεγε οπως της
ειχα μαθει. Μια τουφα της επεφτε στα ματια και τη φυσαγε καθως δεν αφηνε στιγμη
τους ξυλινους παιχτες απο τον ελεγχο της. Μονο οταν εμπαινε καποιο γκολ εκανε λιγο
αερα με το χερι της, το κιμονο ηταν βαρυ υφασμα και η εντονη κινηση την αναβε
ολοκληρη.
Αν την εβλεπες τοτε δεν θα εβρισκες καμια σχεση σ’
αυτο το αγοροκοριτσο με το κιμονο και στην αιθερια υπαρξη που κρατωντας το χερι
του Γιαπωνεζου μανατζερ και κοιτωντας τον με μια υπνωτικη ηδυπαθεια του
αδειαζε σιγα σιγα και σταθερα τη μεσα τσεπη και το μυαλο.
Την ειχα δει σε τετοιες
στιγμες και η λυγερη αυτοπεποιθηση της ομορφιας της γινοταν τοσο επωδυνη ειδικα
αν δεν ηταν διπλα σου να σου χαριζει την ευνοια της εγγυτητας της. Οι
μεγιστανες της κωμοπολης ηταν οι ταχτικοι της πελατες. Γι αυτους ηταν μια
γυναικα που διαβαζόταν αργα, περιμενοντας απο στιγμη σε στιγμη να σου
αποκαλυψει κατι, κατι που ποτε δεν γινοταν. Εβγαινε ενας μαγνητισμος μεσα απο
τις κινησεις της, τις πιο απλες. Ηταν ο τροπος που κρατουσε το
κεφαλι της, που το εστρεφε αργα για να σε κοιταξει, που εφερνε το χερι της
μπροστα στο στομα της ταχα μου να κρυψει το γελιο της απο ενα αστειο ή ενα
υποννοούμενο.
Δεν την ειχαν δει να φευγει
με κανεναν, δεν την ειχαν δει στα καλα μερη με συντροφια. Ηταν ενα αινιγμα που
ματαια οι καταπονημενοι απο την ομορφια της περιμεναν να τους δωσει την λυση.
Εκεινη την φορα μολις τελειωσαμε το παιχνιδι ειχε και αλλο χρονο να πιει μια
λεμοναδα, η κριση ειχε στειλει πολλους απο τους πελατες της πισω στο νησι τους.
Μου ειπε οτι αυτη τη χρονια
που θα ερχοταν ηταν η χρονια της αγελαδας.
Και μετα, Ξερεις, εμενα με εμαθε γραμματα μια
αγελαδα.
Δηλαδη, τη ρωτησα.
Στο σπιτι ειχαμε μια αγελαδα.
Το μονο ζωντανο που ειχαμε. Τη θυμαμαι απο τοτε που θυμαμαι τον εαυτο μου.
Μεγαλωσαμε μαζι θα ελεγα. Αυτη ηταν η παρεα μου οταν ημουνα παιδακι γιατι αλλα
παιδια της ηλικιας μου δεν υπηρχαν στο χωριο. Και οταν πεθανε η μανα μου
πηγαινα για καιρο και κοιμομουνα στο σταύλο μαζι της. Αυτο που θυμαμαι ομως
περισσοτερο ηταν οταν την κοιτουσα στα ματια. Ηταν τοσο μεγαλα τα ματια της και
τοσο μαυρα που εβλεπα εκει μεσα ολο το προσωπο μου. Δοκιμαζα γκριματσες,
χαμογελα, επιανα τα μαλλια μου με διαφορους τροπους. Αυτη να με κοιταει παντα
εκει, ακινητη, σταθερα με αυτα τα πελωρια ματια. Γυριζα το προσωπο μου σε
διαφορες γωνιες και το δοκιμαζα, για πολλες ωρες καθε μερα. Εγινε ο καθρεφτης
μου. Εκει μεσα με ειδα να μεγαλωνω. Επρεπε να παω σχολειο. Ο πατερας μου
τη πουλησε για να μπορεσει να με στειλει. Για βδομαδες δεν του μιλουσα. Μια
σιωπη με ειχε κλεισει μεσα της και μια ασταθεια ακομα και στο βηματισμο μου.
Μια μερα ο πατερας μου ηρθε κοντα και με κοιταξε τοσο σταθερα και
λυπημενα ισια στα ματια που μπορεσα κι εβαλα τα κλαμματα και με πηρε αγκαλια.
Σταματησε να μιλαει κι επιασε
το μαγουλο της. Ειχε κοκκινησει λιγο και ηξερα πως το χερι της ηταν πιο κρυο.
Η σιωπη ξαφνικα ηταν τοσο
φυσικη. Το πιο φυσικο πραγμα στον κοσμο. Εσπασε μονο οταν χτυπησε το κινητο
της. Ερχομαι, απαντησε.
Εβγαλε μέικ απ απ΄τη τσαντα
και σιγα σιγα εφτιαξε στο προσωπο το λευκο χρωμα που αρεσε στους πελατες της.
Με κοιταξε για λιγη ωρα
σταθερα κι ετσι οπως τα ματια της εψαχναν στα δικα μου εφτιαξε μια ατιθαση
τουφα απο το μαλλι της.
Ετοιμη, ειπε. Μου χαμογελασε κι
εφυγε.
********************************************
Πεμ, 08
Ιαν 2009 05:03 μμ
Η στιγμη που η ερωτηση εαν ειναι ομορφη θα ταλαιπωρησει
μια γυναικα και η επομενη απαντηση που μπορει να καθορισει και ολη την υπολοιπη
σταση της απεναντι στο κοσμο φαινεται οτι σε αυτη δεν κρατησε πανω
απο λιγα δευτερολεπτα. Εμενα βεβαια αν
με ρωτουσες θα ελεγα οτι ειναι πολυ ομορφη και ευχαριστως θα εδινα σπιτια και χωραφια να
τη κανω δικη μου.
Δεν μου δοθηκε καν η ευκαιρια ομως και το να ματωνω πανω στα καγκελα
που ειχε υψωσει μεταξυ της και των αρσενικων δεν θα ηταν οτι πιο φρονιμο
εκ μερους μου. Και οπωσδηποτε ασκοπο.
Αυτο που την απασχολουσε ηταν να φιλοτεχνησει τον εαυτο
της μεσα στο κοσμο. Οι σκεψεις της ηταν ολες συγκλινουσες προς κατι ιδανικο στη μορφη και στη δραση του χαρακτηρα. Ανεπνεε μεσα απο τη λογοτεχνια, ονειρευοταν μεσα απο τη μουσικη και τεμπελιαζε μεσα απο το σινεμα
στριφογυριζοντας στο μυαλο της ηρωες βιβλιων, ηθικες στασεις, μαχες που δοθηκαν ανεξαρτητως αποτελεσματος. Δεν ειχε τεθει μεσα της το ερωτημα οποιασδηποτε επιτυχιας και καμια συγκαταβαση δεν τη
γεφυρωνε με καμια απολαβη. Ζουσε μεσα της ζωγραφιζοντας παθη και διαφυγες χωρις να λερωνεται απο την ηχω τους. Αυτο εγινε στα τεσσερα χρονια που τη γνωρισα και δεν ειχε
αλλαξει. Μετα τι εγινε δεν το ηξερα αλλα κρυφα ερωτευμενος φανταζομουνα οτι ηταν αυτη πισω απο υπογραφες σε εκλεκτες επιφυλλιδες ή καποιο απο τα ονοματα που γραφονταν στους συντελεστες μιας ταινιας, αυτους με τους περιεργους ρολους που δεν ηξερα τη χρησιμοτητα τους και το ποσο πραγματικα απαραιτητοι
ηταν.
Σ' ενα ταξιδι μου σ' ενα νησι ενιωσα απολυτως σιγουρος οτι ηταν αυτη στη βεραντα του
σπιτιου που κοιταζα απο κατω. Κατι στη κινηση του λευκου
φορεματος, κατι στη σταση του ανασηκωμενου
κεφαλιου μου εστειλε μια σκοτοδινη και μια μεταλλικη γευση που δεν με αφησε ολη
μερα. Γιατι δεν της μιλησα?
Οποτε εβλεπε τα ματια μου να σκιαζονται παλι απο αυτη την
ανεξοδη λατρεια ειτε κατεβαζε το κεφαλι και το εκρυβε πισω απο τα μαλλια της που επεφταν μπροστα σα να ηταν
η ασπιδα της στην επιθυμια μου ειτε σηκωνοταν κι εφευγε χωρις να πει κουβεντα ή να χαιρετησει. Μετα απο τετοια επεισοδια ισως να εκανα και μερες να την δω και παντα το να ξαναρθει
ηταν δικη της και μονο αποφαση. Καποια στιγμη της μερας ή της νυχτας ανοιγα τα ματια και αυτη ηταν
εκει, καθοταν στη καρεκλα και με κοιταζε. Με ειχε συγχωρησει.
Ετσι με εκπαιδευσε στο σεβασμο της και στην αποσταση και ετσι εκανε
την αγαπη μου μια σιωπηλη αποδοχη χωρις καμια επιδιωξη.
Αρχισα να παιζω το «παιχνιδι» σαν ενα αντιβαρο στη
αφορητη λυπη που μου εφερνε η απουσια της. Η ιδεα μου μπηκε απο μια
περιεργη αγγελια που διαβασα, απο καποιον που ισως ειχε αρχισει ενα παρομοιο «παιχνιδι».
Εβαλα λοιπον σε αγγελια ενα μηνυμα που της απευθυνοταν,
το κρατησα για μηνες και εβαλα μια ταχυδρομικη θυριδα που θα μπορουσαν να απαντησουν. Επισης το εγραψα σε μικρα χαρτακια και το αφησα
χωρις να με καταλαβουν μεσα σε βιβλια σε ραφια βιβλιοπωλειων απο
αυτα που πιστευα οτι θα ηθελε να διαβασει το Κουρδιστο
Πουλι για παραδειγμα ή Στις Μονες του Ειρηνικου. Εκανα και κατι πιο ακομψο οταν εφτιαξα για
μερικες βδομαδες ενα σάιτ με το ονομα της και
καποια ποιηματα απο κατω. Το κατεβασα ομως γιατικαποια στιγμη το βρηκα χονδροειδες αλλα αυτο δεν με εμποδισε να
το ανεβαζω και να το κατεβαζω κατα βουληση τις φορες που η σκεψη της με καρφωνε σε μια ερημο που δεν υπηρχε δρομος.
Η ελπιδα μου ηταν οτι καποια στιγμη θα εμπαινε σε καποιου
ειδους αναποφευκτη
ενηλικιωση, θα δεχοταν τη φυση της, θα δεχοταν κι εμενα. Τα ιχνη που την
εβαζα να ακολουθησει ηταν τα σωστα το ηξερα. Αυτο που δεν
ηξερα ηταν αν η ελπιδα μου αυτη για την πορεια της θα γινοταν ποτε αληθεια.
Καποια αλλη φορα σκεφτηκα να βαδισω στα χναρια της και εκοψα το ποτο, το καπνισμα και καποιο σεξ αναγκαστικα αγοραιο μιας και η σκεψη της δεν μου εδινε καμια δυνατοτητα
να συγκεντρωθω στη προσπαθεια να κερδισω καποιαν αλλη. Αυτη
η ενεργεια αναμφιβολα εφερε μια γενικη βελτιωση στην υγεια μου
αλλά ενα βραδυ σε πελαγη απελπισιας τα εκανα και τα τρια απο τα κομμενα
μετανιωνοντας και σιχτιριζοντας τον εαυτο μου και την αδυναμια μου. Μοιραια
δεν αφησα να με ερωτευτουν και οταν και αν εγινε εγω ουτε που το καταλαβα. Δεν με ενδιεφερε. Ολος απορια καταλαβα ξαφνικα οτι κατα καποιο τροπο ειχα
γινει σαν και αυτη. Ετσι ταμενος οπως της ημουνα ακολουθουσα το δικο της δρομο.
Στη θυριδα ελαβα καποιες δεκαδες γραμματα, αλλα ειρωνικα και αλλα
απο κοπελες που ηθελαν να με γνωρισουν. Μου ηταν
ομως ολαφανερο οτι δεν ηταν κανενα δικο της.
Μια μερα ελαβα ενα γραμμα που ειχε κι αυτο γραμμενη απ'
εξω μια ταχυδρομικη θυριδα και μεσα στο φακελλο ηταν μονο μια λευκη σελιδα.
Αυτο επαναληφθηκε και ηταν την τριτη φορα που αποφασισα να γραψω καποια
πραγματα στη λευκη σελιδα και να τη στειλω στη θυριδα που μου υποδειχνε. Κυριως εγραφα για μια στιγμη μας και το συγκλονισμο που μου εφερνε
μια θεα του προσωπου της απο μια λιγο χαμηλη αριστερη γωνια. Μετα
δεκα μερες ελαβα ακομα μια λευκη σελιδα και της εγραψα για τη γυναικα με το λευκο
φορεμα στο σπιτι στο νησι.
Τοτε ηταν που σταματησαν να ερχονται οι λευκες σελιδες για εναμιση μηνα. Αλλα την πρωτη Μαρτιου ελαβα μια εξπρες σταλμενη την ιδια μερα. Καθισα κι εγραψα μια ιστορια που διαδραματιζοταν μια μερα πριν και μια μερα μετα την ιδιοτυπη νηστεια μου και κατα
τη γνωμη μου μιμηση της στασης της γυναικας που εψαχνα. Τελειωνα λεγοντας της πως θα μπορουσα να εξακολουθησω αυτη
την ασκητικη για παντα εαν επροκειτο να την ξαναδω.
Η επομενη λευκη σελιδα ηρθε γρηγορα.
Εγραψα λιγες γραμμες για μια βολτα μου σ' ενα βουνο, αποκαμωμενος οντας απο το προηγουμενο γραψιμο.
Τοτε οι σελιδες εγιναν τακτικες. Μια καθε τρεις μερες. Εγω τις γεμιζα και τις εστελνα πισω. Και αυτο εξακολουθησε.
Ηταν μια Κυριακη πρωι, ξυπνησα απο τον υπνο μου στο
αμαξι. Ειχε συννεφια και μυριζε απο μια βροχη που θα ερχοταν σε λιγο. Ημουνα σε
μια επαρχιακη πολη μ'ενα πολυ κλειστο λιμανι οπου κολυμπουσαν παπιες κι εγω τους πεταγα κομματια ψωμι οταν μου
περασε σαν αστραπη η σκεψη οτι ηταν πραγματι αυτη και οτι ηταν
ηδη δικια μου.
Μ
Οι προθεσεις μου ηταν αγαθες μονο ως προς το ήμισυ.
Απο τη μια ηθελα να τη βοηθησω οικονομικα αφου ειχα σκοπο
να τη πληρωσω γι αυτη τη δουλεια και συγχρονως να τη βγαλω απο τις στειρες για
το πνευμα της αναγνωσεις εγχειριδιων αυτοβελτιωσης και επαγγελματικης
αλληλογραφιας. Απο την αλλη ηθελα ομως μεσω αυτης να μπω μεσα στη
λογοτεχνια της χωρας της διαβαζοντας κατι που δεν ειχε εκδοθει στη γλωσσα μου
αλλα επισης ενιωθα να παραμονευει στα πισω μερος του μυαλου μου η σκεψη της
λογοκλοπης της ιδεας αυτου του εργου εαν τελικα αποδεικνυοταν ειτε αξιολογη
ειτε πρωτοτυπη.
Μολις πριν λιγους μηνες ειχε τελειωσει τις σπουδες της
στην Αγγλικη γλωσσα, ειχε στειλει περιπου σαραντα βιογραφικα και της απαντησαν
μονο στο τελευταιο. Μια εταιρεια που εφτιαχνε αφυδατωμενες τροφες σε μια μικρη
κωμοπολη που την εδερνε ο ανεμος και η σκονη την ηθελε σαν συνδεσμο λεει με το
παραρτημα της στην Αμερικη. Μην εχοντας ελπιδες και φιλοδοξιες ηταν ετοιμη να
τη δεχτει αλλα ανελαβα μια περιεργη ευθυνη οταν της ειπα να μη βιαστει. «Δεν θα
λες ναι στη πρωτη φορα ποτε» της ειπα. «Τα οχι σε ωριμαζουν, τα ναι σε γερνανε».
Το αδιευκρινιστο πλαισιο της σχεσης μας εδινε καποια
περιεργη αιγλη στα λογια μου κι ετσι καταφερα και της απεσπασα ενα εστω
αγνωστου προσωρινοτητας «ενταξει, ασε να το σκεφτω ακομα λιγο».
Ετσι στο χρονο που χρειαζοταν αυτη να το σκεφτει εφτιαξα
μεσα μου αυτη την ιδεα. Θα μου μεταφραζε ενα βιβλιο απο τη γλωσσα της. Θα την
πληρωνα για τη μεταφραση. Εαν τα πηγαινε καλα και αν της αρεσε θα μεταφραζε κι
αλλο κι αλλο. Αυτη θα πληρωνοταν κανονικα κι εγω θα ειχα πρωτοτυπα εργα στα
χερια μου απο την εξωτικη χωρα της. Πιο δικαιο δεν θα μπορουσε να γινει. Το
αδιευκρινιστο ας περιμενε προς το παρον, το θεμα ηταν μην τη χασω εγω και την
κερδισει αυτη η κωμοπολη της σκονης χιλια μιλια μακρια.
Πηγαμε στο μεγαλυτερο βιβλιοπωλειο της πολης. Στο ισογειο
μεθοδοι εκμαθησης πως θα γινεις καλυτερος μανατζερ, στον πρωτο και στον δευτερο
οικονομικα, διοικηση, πολιτικη, συνταγες και τεχνικα. Η λογοτεχνια στο υπογειο
αλλα τουλαχιστον ηταν ολο δικο της. Ψαχναμε ωρες να βρουμε κατι να μας
κανει κλικ. Ειδικα εγω δεν ηξερα καν τι περιεργα αισθητηρια επρεπε να μπουν σε
λειτουργια για να βρω ενα «καλο βιβλιο». Αυτη ηταν η απαντηση μου οταν με
ρωτησε τι ψαχνουμε. Μοιραια αφεθηκα να με γοητευσουν τα εξωφυλλα, οι
γραμματοσειρες και η ποιοτητα του χαρτιου. Στο τελος εφτασα να κρατω τρια στα
χερια μου οταν ειχα πλεον κουραστει να απορριπτω χωρις να καταλαβαινω το λογο.
Το εξωφυλλο του ενος ειχε ενα μπισκοτί χρωμα πολυ ζεστο και γι αυτο τελικα το
διαλεξα. «Αυτο, και ο Βουδας βοηθος» της ειπα.
Πηγαμε για καφε και που και που το ξεφυλλιζε. Καποιες
φορες το ματι της προσηλωνοταν περισσοτερο στο βιβλιο και καποιες αλλες
περιμενα ματαια να μου απαντησει σε κατι που της ειχα πει.
«Παμε?» με ρωτησε κι ενω ο καφες μας ηταν
μισοτελειωμενος. Χαιρετηθηκαμε, χωρισαμε, «Θα τα πουμε αυριο».
Δεν τα ειπαμε ομως καθως δεν απαντησε στα τηλεφωνηματα
μου. Αργα πολυ ελαβα ενα μηνυμα «συγνωμη, ημουνα απασχολημενη, θα σε παρω εγω».
Δεν με πηρε ομως. Τα μεχρι πριν συχνα μηνυματα αραιωσαν
εντυπωσιακα. Απο εικοσι την ημερα, πεσαμε στα δυο και μετα κανενα. Ευτυχως το
τελευταιο της ηταν ενα ξερο «οχι» οταν εγω ανησυχωντας τη ρωτησα «δεχτηκες
εκεινη τη δουλεια τελικα?».
Το αδιευκρινιστο φαινοταν να παιρνει την ανεπιθυμητη για
μενα τροπη και το εντυπωσιακο ηταν οτι η οποια πρηγουμενη επιρροη μου πανω της
φαινοταν να εχει γινει σαν τη σκονη που με φοβιζε για αλλους λογους. Ειχε
περασει πλεον ενας μηνας οταν μου τηλεφωνησε.
«Η μεταφραση ειναι ετοιμη» μου ειπε «την εστειλα στο
e-mail σου». Ξαφνιαστηκα απο το ποσο διαφορετικη ηταν η φωνη
της, σαν ξενη ετσι οπως ολο το οποιο προηγουμενο συναισθημα που τη χρωματιζε
απουσιαζε. Στην ερωτηση μου ποτε θα την εβλεπα μου απαντησε «μολις τη
διαβασεις». Ημουν ετοιμος να ρωτησω τι σχεση εχει αυτο αλλα το τηλεφωνο εκλεισε
αποτομα κι εγω το κοιταζα σα ενα περιεργο αντικειμενο που ειχε χασει πια την
χρηστικοτητα και την αξια του. Μεσα σε μια αγνωστης ακομα πυκνοτητας λυπη, το
βραδυ ανοιξα το e-mail και βρηκα το γραμμα της και το κειμενο.
Απο τις πρωτες παραγραφους το ξαφνιασμα μου ξεχαστηκε
μεσα σε μια συγκεντρωση αδιαπεραστη απο οτιδηποτε εξωτερικο. Λεξεις τοπια, συναισθηματα
εικονες, και μια ιστορια που δεν ηξερες αν αφηνε πισω την πραγματικοτητα ή την
ερμηνευε. Οι χαρακτηρες παλλονταν μεσα στα λαθη τους σαν συμπαθητικα ζωα,
αγνοουσαν τα αδιεξοδα τους κολυμπωντας μεσα τους, ανοιγαν πορτες και επαιρναν
δρομους σε αγνωστα μερη χαμογελωντας στην αγνοια τους και χρησιμοποιωντας την
μ’ ενα τροπο που με καθηλωνε. Ηταν τοσο περιεργο το συναισθημα που μου
γεννουσε, ξερω μονο πως δεν ηθελα να τελειωσει.
Οι χαρακτηρες εσβησαν σιγα σιγα σα να τους εκρυψε μια
ομιχλη. Εμεινα να κοιταζω τις τελευταιες γραμμες σα να ημουνα επιβατης ενος
ονειρου που ξερεις οτι παει να τελειωσει καθως ξυπνας κι εσυ προσπαθεις να το
κρατησεις με ολη τη δυναμη του ναρκωμενου μυαλου σου.
Τελειωσε κι εμεινα ακινητος στη καρεκλα για ωρα.
Μικρες κατολισθησεις ειχαν γινει μεσα μου, εσωτερικες
γεωγραφιες ειχαν αλλαξει ή το ζητουσαν.
Μετα λιγη ωρα την πηρα τηλεφωνο. Το οτι ηταν ξημερωματα
δεν φαινοταν να εχει καμια σημασια. «Πως σου φανηκε?» μου ειπε αντι για χαιρετισμο και
δεν μου φανηκε καθολου οτι τη ξυπνησα. «παρα πολυ καλο» της ειπα, ζυγιζοντας τον εαυτο
μου.
Ηδη μεσα μου οι σκεψεις για τη λογοκλοπη που σχεδιαζα με
ειχαν εγκαταλειψει. Δεν θα μπορουσα να υποστηριξω ενα τετοιο εργο. Το παρον μου
και το μετα δεν ηταν σε θεση. Κι ουτε θα ηταν. Η ηττα μου ηταν ολοκληρωτικη
απεναντι του απο την πρωτη ντουφεκια. Αυτο ηταν κατι αλλο. Δεν ημουν ανταξιος
του παρα μονο σαν αναγνωστης του. Καθως σιωπουσε, συνεχισα «καταπληκτικο για να
πω την αληθεια. Κι εσυ ... ξερεις ... δεν το περιμενα οτι θα ησουνα τοσο καλη
στη μεταφραση...»
Η σιωπη της συνεχιζε. Της ειπα κι αλλα. Αφεθηκα και αφησα
τη συγκινηση που ακομα με διεκατειχε να περασει μεσω ενος δορυφορου με αγνωστες
εκεινη τη στιγμη συντεταγμενες σε αυτη.
Στο τελος ο ενθουσιασμος μου ηταν τοσο εντονος.
Σταματησα.
«δεν ειναι η μεταφραση» μου ειπε.
« ειναι ολο δικο μου. Απο την πρωτη ως την τελευταια
λεξη».
Η σιωπη ηρθε σα ρουχο στα μετρα μου τωρα.
«το βιβλιο που μου πηρες ειχε κατι. Δεν ξερω τι.
Απευθυνοταν σε μενα και ζητουσε συνεχεια. Καθε λιγες σελιδες υπηρχε μια φραση
που με ξυπνουσε απο εναν ολο και διαφορετικο υπνο. Ο υπνος αυτος αλλαζε καθε
τετοια φραση, γινοταν αλλος, πιο βαθυς, πιο ελαφρυς δεν ξερω. Περασα ολα τα
σταδια του. Ηταν στιγμες που δεν ηξερα αν διαβαζα, αν κοιμομουν ή αν εγραφα.
Δεν ξερω τι εχω κανει. Και δεν ξερω το θα κανω απο δω και περα».
Η σιωπη περιμενε προσπαθωντας να δωσει χωρο σε καποια
σκεψη.
Ματαια.
Το μονο που μπορεσα να σκεφτω ηταν οτι σιγουρα πλεον η
πολη της σκονης δεν θα την εκανε δικια της.
Ουτε κι εγω ομως.
Σιγουρα πλεον.
Μαζί
2/12/2008
Σε
καποια γιορτη της εταιρειας τη γνωρισε.
Καθοταν
μια θεση παραδιπλα αλλα σε μια στιγμη οταν γυρισε ηταν αυτη διπλα του, το
κοριτσι που πριν ηταν διπλα του ειχε εξαφανιστει. Εφερε ενα γυρω αλλα δεν την
ειδε πουθενα παρόλο που θυμοταν καλα το προσωπο της -πολυ χαριτωμενο- οταν του
ειχε ζητησει να της δωσει το αλατι που ηταν κοντα του.
Τωρα
διπλα του ηταν αυτη που του χαμογελουσε αμεσως μολις ενιωθε
οτι επεφτε στο οπτικο του πεδιο και πολλες φορες νομισε οτι ειδε αυτη την
ελαχιστη στιγμη πριν το ανεκφραστο προσωπο της γινει σε χαμογελο ακριβως εκεινο
το μυτερο δευτερολεπτο που εισχωρουσε στο οπτικο του πεδιο. Μετα οταν αρχιζε να
τον αγγιζει φευγαλεα με το μπρατσο της πανω στο δικο του δεν εδωσε σημασια αλλα
οταν η επαφη αυτη εγινε πιο παρατεταμενη αναγκαστηκε και γυρισε να τη δει με
ολο του το προσωπο. Και αυτη του χαμογελουσε. Ηταν ομορφη με ενα τροπο που του
ηταν καπως σαν ξενος. Αναγνωριζε την αρμονια σ' ενα προσωπο που ομως περνουσαν
πανω του συναισθηματα και σκεψεις που του ηταν τελειως ξενες. Κοιτας καποιον
και οι εκφρασεις του κατι σου λενε, μπορεις να εχεις εστω και βασικες αναφορες
απο αυτες χαρα, αδιαφορια, ζηλεια, λυπη αλλα αυτης το προσωπο ηταν σα το
διετρεχαν αλλα αγνωστα συναισθηματα, αγνωστα του ακομα και ως προς τον ορισμο
τους.
Κατι του
ειπε, μετα το ονομα της και μετα οτι τον ειχε προσεξει καιρο πριν και ηθελε να
τον γνωρισει. Το οτι της αρεσε πολυ δεν το εκρυψε καθολου αλλα αυτος με ενα
τροπο περιεργο ενιωθε οτι αυτο ηταν μονο στα λογια της. Πως ειναι να σου λεει μου
αρεσεις ενα προσωπο που δεν συσπαται καθολου απ' αυτη την δηλωση και καμια
αλλαγη δε γινεται στα ματια, ουτε συστολη, ουτε διαστολη, ουτε κατεβασμα.
Μετα
αλλαξαν τηλεφωνα και μετα του ειπε οτι δεν ειχε αντιρρηση να συνεχισουν για ενα
καφε οι δυο τους. Λιγο πριν τελειωσει η γιορτη αυτη καπου πηγε και δεν
ξαναγυρισε στη θεση της, της εκανε μια κληση που δεν την απαντησε, εφυγε και
μονο πολυ αργοτερα οταν κοντευε να τον παρει ο υπνος στο κρεβατι του ελαβε ενα
μηνυμα συγνωμη κατι μου ετυχε.
Μετα
τρεις μερες την πετυχε σε καποιο διαδρομο στην εταιρεια, οπως πλησιαζαν εκανε
μια κινηση να φτιαξει τα μαλλια της σημαδι οτι τον αναγνωρισε. Αυτος
κοντοσταθηκε, του χαμογελουσε αλλα μιλησαν μονο τυπικα. Μετα μια ωρα ελαβε ενα
μηνυμα οτι τον σκεφτοταν συνεχεια λεει. Κουνησε το κεφαλι του
μπερδεμενος. Τα μηνυματα επαναλαμαβανονταν καθε μια ωρα περιπου και ηταν πανω
κατω τα ιδια. Αποφασισε και της εστειλε και αυτος ενα ας παμε για ενα ποτο
το βραδακι. Του απαντησε ποσο πολυ το ηθελε αλλα δυστυχως αποψε δεν
μπορουσε, ισως αυριο. Ενταξει, ειπε αυτος λες και θα μπορουσε να πει και
κατι αλλο.
Την αλλη
μερα κανενα μηνυμα. Αυτος της εστειλε ενα μονο τι κανεις; αλλα καμια
απαντηση δεν ελαβε. Την επομενη της ευχηθηκε καλη μερα αλλα και παλι σιωπη. Το
βραδυ ετοιμος να κλεισει το βιβλιο του και να κοιμηθει ελαβε ενα μηνυμα της να
το ξερεις σε σκεφτομαι πολυ. Και που να το ξερει;
Το πρωι
βρηκε το ε-μέιλ του γεματο ε-καρντς με καρδουλες και ερωτικα τραγουδια.
Χαμογελασε.
Ενω
δουλευε ηρθε στο τμημα του και του εδωσε ενα τριανταφυλλο αδιαφορωντας τελειως
για ολους τους συναδελφους που κοιταζαν και για ολα τα σχολια που θα
ακολουθουσαν. Αυτος κολακευμενος δε σκεφτηκε τιποτα και ενεδωσε στην γλυκεια
επαρση που το θαρραλεο φλερτ της εγινε μπροστα σε κοινη θεα.
Στις
πεντε του εστειλε μηνυμα να φυγουν μαζι.
Την πηρε
και πηγαν σε καποιο παραλιακο καφε. Παρηγγειλαν αλλα αυτη ελαβε μια κληση και
του ειπε οτι επρεπε να φυγει, κατι επειγον.
Ηπιε το
καφε του κοθτωντας προς τη θαλασσα, μετα παραγγειλε κονιακ, μετα κι αλλο
κονιακ, μετα κι αλλο.
Συρθηκε
στο αυτοκινητο κουτσα στραβα και νιωθοντας πολυ ζαλισμενος σκεφτηκε να παρει
εναν υπνακο εκει να ξελαμπικαρει. Οταν ανοιξε τα ματια ηταν μια τα
μεταμεσαννυχτα και αυτη καθοταν διπλα του. Του ειπε οτι γυρισε μολις τελειωσε
τη δουλεια της αυτο το επειγον, ειδε το αμαξι του, και καθισε διπλα του
περιμενοντας να ξυπνησει.
Ζαλισμενος
της ειπε να τη παει σπιτι της. Οχι, στο δικο σου του ειπε.
Εβαλε
μπροστα και πηγαν σπιτι του.
Τη
ρωτησε αν ηθελε ενα ποτο, αυτη ειπε κατι με πορτοκαλι εφτιαξε δυο, οταν
γυρισε αυτη ανακατευε τα σι ντι του. Εβαλε μουσικη, καθισαν στο καναπε, ηπιαν
και αλλα κατι με πορτοκαλι μαλλον τη φιλησε, το πρωι βρηκε τον εαυτο του
να κοιμαται στο καναπε με τα ρουχα του.Πλυθηκε, εφτιαξε ενα καφε, στο τραπεζακι
της κουζινας βρηκε ενα σημειωμα. Σ' ευχαριστω, ηταν υπεροχα.Μπορει και
να ηταν, σκεφτηκε. Ποιος ξερει;
Πολλα
μηνυματα, πολυ ερωτικα ακολουθησαν. Ηταν ξετρελλαμενη μαζι του. Και αυτος το
ιδιο, της ελεγε. Αλλα ηξερε οτι κατι αλλο εννοουσαν. Εβγαιναν μαζι, ποτε αυτη
εξαφανιζοταν, ποτε αυτον τον επαιρνε ο υπνος και ξυπναγε σε περιεργα μερη που
δεν θυμοταν πως πηγε εκει. Μια φορα σε ενα παγκακι μιας πλατειας στην αλλη
πλευρα της πολης, μια αλλη εξω απο την πορτα ενος σπιτιου που δεν ηξερε, μια
αλλη με το κεφαλι στο τραπεζι ενος καφενειου σ' ενα αγνωστο μερος.
Οι
συνηθειες του αλλαξαν. Τα φαγητα του, τα ρουχα του. Μια μερα δεν αναγνωριζε
κανενα απο τα σι ντι που ηταν στη δισκοθηκη του.
Ηταν
ηρεμος.
Παλια
αγχη που ειχε τα ειχε ξεχασει.
Δεν
βιαζοταν να παει καπου. Και καμια φορα μαλιστα ειχε την εντυπωση οτι γι αλλου
ειχε ξεκινησει. Αυτο συνηθως συνεβαινε τις φορες που τελικα τη συναντουσε.
Ξεχνουσε πως το ειχαν κανονισει αλλα την εβλεπε μπροστα του να τον περιμενει
και μαλιστα ανυπομονα σα να ειχε αργησει.
Και
παντα του ελεγε ποσο υπεροχος ηταν. Πολλες φορες κοιμοντουσαν μαζι και ξυπναγε
μονος του, στο καναπε. Δεν ποθουσε αλλες γυναικες, αρα μαλλον κατι εκαναν μαζι,
αλλο αν αυτος δεν το θυμοταν. Εβρισκε και σημαδια της επανω του απλως δεν
θυμοταν καμια πραξη.
Μονο τα
λογια της υπηρχαν να το βεβαιωνουν.
Ησουν υπεροχος
εχτες.
Για να
το λεει αυτη ετσι θα ειναι σκεφτοταν.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Βαρκάδα με το σκύλο.Αδιάστατη 4/12/2008
Στην Alice
Πηρε τον
σκυλο και τραβηξε προς τη θαλασσα.
Τον
προηγουμενο μηνα παραλιγο να τον εχανε το σκυλο.
Επαθε
μορβα και υπεφερε συνεχεια. Βαρεια εβγαινε η αναπνοη του απο το δυο μηνων
κουταβι. Δεν εβγαινε ολη μερα μεσα απο τη παντοφλα του, το αγαπημενο του
κρεβατι. Κι αυτος να μη μπορει να κοιμηθει καθως ακουγε το ροχθο κι ενιωθε τον
πονο του. Τη κοπαναγε απο τη δουλεια και πεταγοτανε καθε διωρο να τον δει. Τα
ματια του κουταβιου ειχαν αποκτησει ενα απιστευτο βαθος απο τον πονο που δεν
καταλαβαινε. Κτηνιατρος δεν υπηρχε στη πολη αλλα αυτος ξεσηκωσε ολο το
ναυπηγειο να του βρουνε ενα γιατρο. Και τα σή τράιαλς ερχοντουσαν οπου ναναι.
Τρεις μερες στη θαλασσα πως θα αφηνε το σκυλο μονο του και αρρωστο. Τελικα
βρηκανε στη παραδιπλανη πολη. Καθε μερα για μια βδομαδα οδηγαγε μες στη νυχτα
να παει το σκυλο να του κανει εισπνοες. Τη σκαπουλαρε. Κι αυτος ανασανε.
Τωρα τον
ειδε οτι ο σκυλακος ειχε κουραστει. Εμενε μετρα πισω και επρεπε να τονε
περιμενει. Τον πηρε αγκαλια και ο Θωμάς του γλειψε τη μυτη. Ενα πολυ εντονο
συναισθημα τον τρανταξε. Του χαιδεψε το κεφαλι και του μιλησε. Ελληνικα. Αυτη
ειχε αποφασισει οτι θα ηταν η μητρικη του γλωσσα. Γι αυτο και κομμενες οι
επισκεψεις στο σπιτι του. Δεν θ' ακουγε λεξη Αγγλικα ή Κινεζικα ο σκυλος μεχρι
να μεγαλωσει και να μαθει τα Ελληνικα καλα. Ετσι τρεις μηνες τωρα κανεις δεν
ειχε πατησει. Κι ετσι τωρα πηγαινανε στη θαλασσα.
Φτασανε
και ειδε οτι τα νερα ειχανε ανεβει. Ετσι αυτη η βαρκα ητανε τωρα μεσα στο νερο
και οχι στη λασπερη αμμουδια. Τη τραβηξε απο το σκοινι κοντα του και με το Θωμα
αγκαλια μπηκε μεσα. Τον ακουμπησε διπλα του ελυσε το σκοινι και αρχισε να κανει
κουπι. Το σκυλακι φοβισμενο απο το ταρακουνημα κολλησε πανω του. Αφησε το ενα
κουπι το εβαλε στη ποδια του και μετα συνεχισε. Ξανοιχτηκαν. Επρεπε να προσεχει
ομως. Δεν επρεπε να πεσει πανω στο ρευμα. Ηταν δεκα μετρα πλατυ και θα τονε
τραβαγε μεσα βαθεια στον ωκεανο και μετα ... αντιο. Ηξερε οτι αρχιζε καπου
τρακοσια μετρα αριστερα απο τις τελευταιες μυδοκαλιεργειες. Τωρα πλησιαζε τις
πρωτες. Ειχανε κανει τη θαλασσα ενα τεραστιο περιβολι. Καθε μερα περναγανε και
κοβανε τα φρουτα της.
Κινηθηκε
με προσοχη αναμεσα. Ενας αλλος κινδυνος θα ηταν να μπλεχτει το τιμονι απο τη
βαρκα σε καποιο απο χιλιαδες σχοινια που ηταν τωρα απο κατω του. Τοτε θα εμενε
εκει παγιδευμενος. Το να βουτηξει να ξεκολλησει τη βαρκα τον τρομαζε ακομα και
σαν ιδεα. Ετσι περασανε σιγα σιγα αναμεσα. Ο σκυλακος ειχε παρει θαρρος τωρα
και καθισμενος στα ξυλα τωρα γαυγιζε προς τη θαλασσα και τα μυδια που
μεγαλωνανε σιγα σιγα μεσα της.
Αφου
περασε και τις τελευταιες καλλιεργειες εκοψε δεξια.
Κωπηλατισε
για κανα μισαωρο ακομα και μετα σταματησε.
Εβαλε το
Θωμα απεναντι του.
Το σκυλι
αναζωογονημενο απο το θαλασσινο αερα ειχε βγαλει το γλωσακι του εξω και τον
κοιταγε ολο χαρα ανασαινοντας γρηγορα.
Εκει
αρχισε να του μιλαει για διαφορες υποθεσεις. Για προσωπα αλλα και για κατι
ζημιες στο καραβι που επρεπε να φτιαχτουν μεσα στη βδομαδα.
Ο
σκυλακος τον ακουγε ανασηκωνοντας τ’ αυτια και γερνοντας το κεφαλι πότε απο δω
και ποτε απο κει. Οτι πιασεις, του ειπε. Δεν ειναι αναγκη να τα
καταλαβεις και ολα.
Καποια
στιγμη κι αφου του εξηγησε οσα θυμοτανε σταματησε. Μεινανε ετσι σιωπηλοι κι
ακινητοι.
Η
θαλασσα λαδι, αυτος και ο σκυλος ακινητοι, η βαρκα αγνωστο τι εκανε και κατα
που πηγαινε. Η ορατοτητα δεν ητανε μεγαλη το πολυ πεντακοσα μετρα.
Ησυχια
ομως. Απολυτη.
Ποση ωρα
περασε? Μιση, μια ωρα.
Τοτε ο
σκυλακος αρχισε να τραγουδαει.
Δεν
ητανε κλαμμα γιατι δεν ειχε τιποτα το λυπητερο μεσα του.
Αν ειχε
θα το καταλαβαινε.
Τραγουδαγε
ητανε ολοφανερο.
Τι στο
κερατο μπορει να ελεγε?
Τι ωραια
που ειναι η θαλασσα, τι ωραιο το αερακι που του γαργαλαγε το εξω απο τ’ αυτια
του, την υγρη μυτουλα του και τα μικρα αρχιδακια του.
Ποσο
αγαπαγε το αφεντικο του που τον εσωσε απο κεινο το σκατοπραμα που του ‘τρωγε τα
σωθικα τοτε και αν γινοτανε να σταματησει να το βλεπει και καθε βραδυ στον υπνο
του και αν γινεται το αφεντικο του να μιλαει λιγο πιο αργα γιατι πολλα απο αυτα
που ελεγε δεν τα επιανε. Οπως αυτη τη ζημια στο αντλιοστασιο ας πουμε που δε
καταλαβε και πολυ καλα που οφειλοτανε.
Τον
αφησε να τελειωσει το τραγουδι του.
Μετα
επιασε τα κουπια. Επρεπε να προσεχει, το ρευμα ητανε στα δεξια του τωρα.
Μετα
λιγη ωρα ειδε τα πρωτα φωτα απο το χωριο. Κεντραρισε το κοκκινο αναβοσβηνον που
ηξερε οτι ηταν της κεραιας στο κεντρο του χωριου.
Ο
σκυλακος κοιμοτανε στα ποδια του ησυχος.
Τυφλό σημείο
30/11/2008
Οπως περπαταγε το κινητο που κραταγε στο χερι του
επεσε στον υπονομο.
Γονατισε
και κοιταξε μεσα απο τη σχαρα για λιγο και αφου ειδε μονο το σκοτεινο κενο το
πηρε αποφαση.
Παει το
κινητο.
Και τα
μηνυματα της και οι φωτογραφιες της.
Τι
ωφελει να στεναχωριεται, πηγε και πηρε αλλο.
Ενα λιγο
καλυτερο μοντελο, να βγαζει και καμια φωτογραφια της προκοπης.
Τοσες
και τοσες στιγμες ειχε χασει με το αλλο.
Μετα
καθισε σ' ενα κοκκινο στρογγυλο βραχακι στο Μπανταγκουαν, φατσα ανατολη κι
εβγαζε φωτογραφιες τα κυματα που σκαγανε στ' αλλα κοκκινα στρογγυλα βραχακια
διπλα.
Οτι
συνειδητοποιησε οτι αυτη τη στιγμη ειχε χαθει για ολο το κοσμο του εδωσε ενα
περιεργο συναισθημα λυπημενης ελευθεριας.
Ποσοι θα
του τηλεφωνουσαν σε αυτο το διαστημα και ποτε θα το επαιρναν αποφαση οτι δεν
υπηρχε πλεον?
Αυτη η
σκεψη οσο τον παιδευε μεσα του τοσο τον αλλαζε.
Ηταν μια
προκληση τωρα να εξαφανιστει για ολους.
Ολες οι
σκεψεις μεγαλωνουν μεσα μ' ενα ρυθμο αγνωστο, κανενας δεν ξερει ποτε φυτευτηκαν
και πως ξαφνικα ειναι τωρα πρασινες μπροστα στα ποδια σου, ετσι που τωρα να μη
μπορεις να τις αγνοησεις. Και να τις τσαλαπατησεις δε κανεις τιποτα, ο βολβος
απο κατω ειναι ζωντανος.
Αρα
υπηρχε η σκεψη να εξαφανιστει.
Απο
ποτε?
Και τι
εγινε για να το μαθει αυτο?
Και μετα
γυρνωντας δυο ωρες πισω δεν ηταν καν σιγουρος αν το παλιο κινητο επεσε απο
λαθος ή ηταν αυτος που το πεταξε με μια κινηση που ηδη την ειχε ξεχασει.
Συνεχισε
να βγαζει φωτογραφιες σαν αυτο να ηταν το μονο του εργο.
Πρωτα τα
κυματακια, μετα τα βραχια διπλα του, μετα εκανε ζουμ κι εβγαλε το χορταρι που
ξεκινουσε τρια μετρα μακρυα. Μετα προχωρησε κι εβγαλε κατι δεντρα, τα κλαρια,
τα φυλλα τους και μετα τα ξυλινα σπιτια γυρω.
Σα να
ηταν ενα καινουριο ειδος που βγηκε μεσα απο τη θαλασσα στον κοσμο για πρωτη
φορα γυριζε να δει το κοσμο και τον αποτυπωνε σε στατικα στιγμιοτυπα σα σημεια
αναφορας.
Γυρισε
παλι φωτογραφιζοντας μεσα στη σκεψη του.
Κοβοντας
τη κι αυτη σε στιγμιοτυπα.
Ποιος
τον ηξερε εδω? Ποιος τον ηξερε πραγματικα πουθενα?
Σαν το
παλιο κινητο να ηταν ολη η συνειδηση του και να χαθηκε μια κι εξω.
Κι αυτο
το καινουριο τι μπορουσε να του πει?
Αν δεν
του εβαζε μεσα στη μνημη τους παλιους αριθμους και τα παλια ονοματα τι αξια θα
ειχε?
Δηλαδη
θα ειχε κανα νοημα να το γεμισει με καινουρια ονοματα καινουριες φωνες και νεες
συνδεσεις μεσα στο μυαλο του?
Χανεις
ενα κινητο, χανεις και τη μνημη σου αν θες.
Το αφησε
διπλα του πανω στο κοκκινο βραχο.
Αψυχο,
γιατι κανενας δεν το ηξερε.
Το
κοιταγε και ενω το βαριοταν που δεν ειχε τιποτα να του πει το λυποταν κιολας.
Θα
μπορουσε να το πεταξει κι αυτο στη θαλασσα. Να δωσει μια γωνια στο σωμα του και
στο χερι του κοντρα ανατολη και να το στειλει κι αυτο στον αγυριστο μεσα στον
ωκεανο που δεν τον εβλεπε παρα μονο να σκαει στα στρογγυλα κοκκινα βραχια.
Ωκεανος να σου πετυχει.
Και ηταν
και αδειο, σιγα μη το λυποτανε.
Μετα θα
περπαταγε στη πολη τοσο καλα αγνωστος.
Σα
βρεφος που ηξερε και να τρωει και να πηγαινει οπου θελει.
Οσο τα
σκεφτοτανε δεν σταματαγε να βγαζει φωτογραφιες χωρις να κοιταει πουθενα και
χωρις να ξερει τι κανει.
Απλως
παταγε το κουμπι.
Η
καινουρια μνημη που κραταγε στο χερι του μαζευε κυματα, βραχακια, χορταρακια,
σπιτια, καπου καπου και προσωπα σε περιεργες γωνιες και φλου.
Κι ενω
χωρις να ειναι απορροφημενος αλλα ουτε και απων συνεχιζε να κλικαρει ολογυρα το
καινουριο του κινητο χτυπησε.
“ελα χαλο, ποιος ειναι?”
“απο την εταιρεια φωταεριου. Μηπως θα ...”
την
εκοψε παρ' ολο που ειχε γλυκια φωνη ή και μονο γι αυτο
“Ναι θα ηθελα λιγο φωταέριο. 'η μαλλον πολυ. Η
διευθυνση μου ειναι ...”
Και αφου
εδωσε και τη διευθυνση, συνεχισε να βγαζει φωτογραφιες κλικαροντας με
περισσοτερη προσοχη τωρα. Επρεπε να συμμαζεψει καποια πραματα. Οσο γινεται
περισσοτερα. Και να γυρισει πισω.
Μικρός ύπνος
19/11/2008
Βρισκεις
ενα μερος που θα σ' αρεσει να το δεις μολις ξυπνησεις.
Καλο ειναι να κοιμασαι ακουγοντας το βουητο του
ωκεανου αλλα υπαρχει περιπτωση να ξυπνησεις μεσα σε μια σκοτεινια και ν'
αγριευτεις. Πρεπει η νυχτα να ειναι καθαρη, το να δεις τ' αστερια ή το φεγγαρι
οταν ξυπνησεις ειναι κατι που βοηθαει.
Εαν εχει ομιχλη γνωμη μου ειναι να τον αποφευγεις
τον ωκεανο.
Τα παρκινγκ χωρις να ειναι ασχημα μπορει να
οδηγησουν σε ανεπιθυμητα ξυπνηματα απο καποιο αμαξι που θα ερθει διπλα σου, ασε
που δε θες κανενας περιεργος να κοιταξει απο το τζαμι μεσα. Ενας μεγαλος φοβος
ειναι ν' αντικρυσεις ενα προσωπο να σε κοιταει οταν ξυπνας. Ειναι και επικινδυνο.
Περιοχες με πολλα δεντρα γυρω παλι δεν
ενδεικνυνται γιατι καλο ειναι να μπορεις να επιβλεπεις ανα πασα στιγμη ολο το
χωρο γυρω σου.
Τελευταια μου αρεσει ακριβως εξω απο το εστιατοριο
που πηγαινω συχνα. Ετσι μολις ξυπνησω εχω και τουαλετα και μπορω να χτυπησω κι
ενα φράιντ ράιζ με λαχανικα και τσιλι.
Κανεις το καθισμα πισω και βγαζεις τα παπουτσια. Η
ιδεα οτι τα παπουτσια μου ειναι ακριβως διπλα στα ποδια μου μου δινει ενα ζεστο
συναισθημα. Καμια φορα βαζω και μουσικη στο μινιμουμ βόλιουμ βεβαια. Τη μουσικη
πρεπει να την εχεις διαλεξει απο πριν να μην εχει ξεσπασματα. Οχι ραδιοφωνο.
Βγαζεις το μπουφαν και το χρησιμοποιεις σα
κουβερτα.
Χρησιμοποιεις κατι σαν κασκολ να σκεπασεις τα
ματια και ν' αποφυγεις ειτε το φως της ημερας ειτε τα φωτα καποιου περαστικου αυτοκινητου.
Εξαιρετικες υπηρεσιες μου παρεχει ενα με πολυ μαλακο υφασμα δωρο απο τ' ανιψια
μου.
Ξεκουμπωνεις τη ζωνη και τα κουμπια μπροστα. Δε
χρειαζεται ολα. Το πολυ τρια ειναι αρκετο. Μη ξεχασεις να τα κουμπωσεις ολα
ομως οταν ξυπνησεις. Δε χρειαζεται να γινεις και ρεζιλι.
Βασικο ειναι να μη την πεσεις σε μερος που
συχναζουν γνωστοι. Αν σε δουν ή θα στεναχωρηθουν ή θα σε περασουν για τρελλο.
Ασε που κι εσυ θα ντραπεις.
Σε λιγο το καθισμα γινεται φωλια και ο μικρος
χωρος προσφερει μια οικειοτητα με χαρακτηριστικα αποκαλυψης.
Η καλυτερη σου ειναι ν' αρχισει να βρεχει. Τοτε
ολο το αμαξι τραγουδαει για σενα. Αλλιως ειναι ο ηχος στην οροφη, αλλιως στο
μπροστινο τζαμι και αλλιως στο καπω. Εγω ειμαι τυχερος κι εχω και ηλιοροφη.
Ετσι μπορω και βλεπω τις σταγονες οπως πεφτουν κατακορυφα και σταματουν λιγο
πανω απο τα ματια μου. Καποιες βροχες με χοντρες σταγονες ειναι θειο δωρο.
Περυσι το Φεβρουαριο επιασε ενα χιονι ετσι οπως
κοιμομουνα. Μολις ξυπνησα ενα ασημι λευκο ειχε γεμισει το χωρο. Καταπληκτος
εμεινα και σχεδον μου 'ρθαν δακρυα απο το θεαμα. Σαν ο κοσμος να εξαφανιστηκε ή
να μικρυνε σε βαθμο απροσδιοριστο. Ημουνα σε μια ανοιχτη αλανα. Ανοιξα τη
πορτα, πατησα εξω και αντικρυσα τη λευκη ερημια.
Μια αλλη φορα ενω κοιμομουνα επιασε μια
ανοιξιατικη ομιχλη. Ο καιρος ηταν ζεστος και ειχα την ηλιοροφη ανοιχτη. Οταν
ανοιξα τα ματια η ομιχλη εμπαινε κι εβγαινε μεσα στο αμαξι σα στο σπιτι της.
Στα μαγουλα και στο μετωπο μου ειχε καθισει ενα λεπτο στρωμα αχνης. Απο καπου
εσταζαν αργα καποιες σταγονες στο καρπο μου. Σηκωσα αργα τα χερια και αρχισα να
γραφω κυκλακια με το δαχτυλο στην ομιχλη.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Σωτήρια πτώση
28/10/2008
Τα καπακια των υπονόμων και των υπόγειων καναλιών
που διασχιζουν τη πολη ειναι φτιαγμενα απο μαντέμι.
Πολυτιμο υλικο σε αυτη τη χωρα που διψαει πρωτα
για πρωτες υλες.
Και μερικοι δεν εχουνε κανενα προβλημα να
περασουνε τη νυχτα να τα σηκωσουνε, να πανε να τα πουλησουνε για κανα τραπεζωμα
με φιλους που θα γινουνε λιάδα και μετα θα πανε στα καραόκια να το παιξουνε
αντρακια όντας μεθυσμένοι οπότε και μ' ενα επιπλέον θρασσος απεναντι στα
κοριτσια που ενω μεν δεν τους σιχαινονται δε τρελαινονται κιολας να κανουν
εμετο στη ποδιά τους ή να τους κατουρανε τη πορτα φευγοντας απρακτοι.
Κι αν εκει που πριν ηταν τα καπακια των υπονομων
χάσκει τωρα καποιο κενο, μια μπορει και θανασιμη παγιδα στη μεση του δρομου
αυτοι εκει που δε πιάνει σινικη μελάνη το γραφουνε.
Τωρα κι αυτος τι ηθελε να περπαταει κοιτωντας τα
συννεφα που περναγανε μπροστα απ΄το φεγγαρι. Ας ειχε τα στραβά του, τα γεματα
λύπη ματια του, ανοιχτα και να κοιταει που παταει.
Επεσε μεσα λοιπον. Τωρα πως δεν εσπασε και δε
στραμπούληξε τιποτα ητανε θαυμα απο μονο του. Απο το χτυπημα και ισως και απο
το ξαφνιασμα εχασε για λιγο τις αισθησεις του ομως. Οταν συνηλθε κι αφου
θυμηθηκε κρατησε αναμεσα στα μπροστινα του δοντια ενα πανικο κι εψαξε για το
κινητο. Δουλευε αλλα δεν ειχε σημα. Ειχε περασει καμια ωρα κι αυτος ηταν
περιπου τεσσερα μετρα κατω απο την επιφανεια του δρομου. Και πολυ βαθυς και
πολυ στενος για ταφος σκεφτηκε.
Η τρυπα ητανε ευτυχως μονο για να περασουνε
καλωδια, οπτικες ινες νάχουνε οι Κινεζοι να σερφαρουνε σ' ενα μιζερο υποσυνολο
του διαδικτυου. Ωραια, τα σκατα τα γλυτωσαμε σκεφτηκε βλεποντας τουλαχιστον το
ποτηρι.
Μονο μη διψασει φοβηθηκε. Αυτος ηταν ο μεγαλος
φοβος του απο παιδι. Μια φορα το ειχε παθει οταν ειχε χαθει για ωρες σε μια
σχολικη εκδρομη κι απο τοτε ηταν ο εφιαλτης του. Ασχοληθηκε για ωρα να
δημιουργει σαλιο στο στομα του που μετα το καταπινε κι αυτο τον ηρεμησε. Ευτχως
ηταν στο δρομο για το μπαρ και οχι στην επιστροφη. Ετσι δεν ειχε πιει και
τιποτα που θα συνετεινε στην αφυδατωση του.
Φωναξε για λιγη ωρα αλλα κουραστηκε, ηξερε οτι δεν
περναγε και κανενας απο κει τετοια ωρα. Θα ξαναδοκιμαζε το πρωι.
Η τρυπα απο πανω του εστεκε σαν ενα μικρο σκοτεινο
δαχτυλιδι με μια μικρη αλω στις ακρες απο τα φωτα της πολης.
Εψαξε βαθεια του να κρυφτει απο το πανικο κι ετσι
ξετρυπωσε τη σκεψη που τον εσωσε. Εδω κατω ηταν ασφαλης. Ασφαλης απ' ολα και
ολους. Μονο να μαθαινε να περιμενει.
Και ποτε δεν εμαθε ποσο κοντα στην αληθεια ηταν
αυτη του η σκεψη.
Γιατι σ' ενα απο τα δυο μπαρ που πηγαινε του 'χε
στησει καρτερι η Σού Τσέν, σκοτεινο αρπακτικο και πανέμορφη. Ειχε ακουσει γι'
αυτον και σημερα ειχε ερθει με σκοπο να του τη πεσει και ταχα μου να γοητευθει
απ' αυτον. Αν πηγαινε θα ηταν μοιραιο να πιαστει στο διχτακι της, μια ιστορια
που αν υπολογιζω καλα θα κραταγε κοντα ενα εξαμηνο αν ηταν τυχερος και δε
προεκυπτε καμια ξαφνικη εγκυμοσυνη αλλα σε καθε περιπτωση θα τον αφηνε με
αρκετα ελαφρυτερο τραπεζικο λογαριασμο και με τα νευρα σπασμενα.
Στο αλλο μπαρ ηταν ο Οσμαν ο Τουρκος ηδη
φτιαγμενος με χασις, που πηγαινε συνεχεια στο κομπιουτερ του μαγαζιου κι εβαζε
τουρκικα σι ντι με αμανεδες και παρακμιακα τσιφτετελια. Ηταν σιγουρο οτι θα
πλακωνοντουσαν και ο Οσμαν παντα κυκλοφορουσε μ' ενα μαχαιρι στη καλτσα.
Αν, πραγμα σχεδον απιθανο, γλυτωνε απ΄αυτους τους
δυο θα πηγαινε σπιτι και θα παρακολουθουσε ονλάιν τη συνεδριαση του
χρηματιστηρίου, θα επεφτε στην αντιληψη του ενα προκλητικοτατο αγοραστικο σημα
που θα το ακολουθουσε αγοραζοντας με αερα. Το σημα θα αποδεικνυοταν μετα απο
λιγες μερες λαθος κι αυτος θα εγραφε μια μεγαλη χασούρα.
Ή παλι παρακολουθωντας καποιες συζητησεις στο
ιντερνετ σιγουρα θα εβλεπε ενα ιδιαιτερα κακοπροαίρετο σχολιο που τον ειχε
στοχο, η λυπη και η οργη του απ΄αυτο θα ειχαν σαν αποτελεσμα ενα πολυ μικρο
αγγειο στον εγκεφαλο του να διαραγει ή περίπου. Το σχολιο εμεινε λιγη ωρα στον
αφρο ευνουχισμενο απο την απουσια του και μετα χαθηκε κατω απο αλλα που
ευεργετικα το καλυψαν φορέβερ.
Αυτες ηταν οι παγιδες αυτης νυχτας.
Κι αυτος τις απεφυγε πεφτοντας στη πιο ανωδυνη.
Αν ηξερε τη τυχη του που τωρα τη βλαστημουσε θ'
αναβε ενα κερι στο φτωχοδιαβολο που εκλεψε το καπακι της τρυπας που τωρα τον
φιλοξενούσε και θα ευχοταν να του καθοταν καμια Μογγολα ετσι οπως ακριβως θα
την ηθελε.
Κοιταξε το κινητο του. Φούλ μπάτερι. Χαμογέλασε
και αρχισε να παιζει γκολφ.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Διάθλαση
13/10/2008
Στο χωριο του τον θεωρουσαν τρελλο - μπορει και
νάχαν δικιο - και ηξερε απ' εξω ολη την Ιλιαδα.
Ο θειος του σταματησε να μενει μαζι τους οταν
περασε στο πανεπιστημιο και το μονο που αφησε στο αδειο πλεον δωματιο ηταν αυτο
το βιβλιο, ξεχασμενο πανω απο τη βιβλιοθηκη.
Δεν φαινοταν καλα, γι αυτο και οταν τα μαζεψε ολα
πριν φυγει δεν το ειδε.
Αυτος ομως το ειδε.
Ανεβηκε σε μια καρεκλα, το πηρε στα χερια του,
φυσηξε τη σκονη απο πανω του, τόφερε γυρω γυρω.
Ηταν Ιουλιος, στις αρχες του και πηγε στην ακρη
του κατηφορικου περιβολιου, στο κρυφο του μερος.
Αρχισε να το διαβασει. Και το βιβλιο τον ρουφηξε,
τον εκανε δικο του.
Εκλεβε χρονο απο δω κι απο κει για να του
αφιερωθει.
Για ωρες πολλες μεσα στα χρονια.
Αρχισε να το αποστηθιζει για να το ανακαλει οταν
δεν μπορουσε να το εχει μαζι του.
Περπαταγε για καπου και το ψιθυριζε σιγανα, μασαγε
τις μπουκιες του και γυρναγε τους στιχους στο κεφαλι του, ηταν με κοσμο και
χωρις κανεις να τον καταλαβει απομονωνόταν στον κοσμο της.
Ζουσε τα επεισοδια, αλλαζε χαρακτηρες, ποτε
γινοταν Εκτορας, ποτε Παρις και ποτε Αχιλλεας.
Πηρε μερος σε μαχες ποτε σα Διομηδης, ποτε σαν
Αιας και ποτε σαν απλως στρατιωτης Τρωας που βιωνε την εισβολη, και τον
επικειμενο απολυτο τρομο.
Φορεσε πανοπλιες, ασπιδες, κρατησε ξιφη και πεταξε
ακοντια.
Τραυματιστηκε, πεθανε και σκοτωσε εκατονταδες.
Γυναικα δε διαλεξε, πως θα μπορουσε αφου το καθε προσωπο
το παρεκαμπταν τα ματια του, δεν το εβλεπαν.
Εκοψε στα δυο τον εαυτο του.
Το ενα ικανο για να τα βγαζει περα με τα αναγκαια.
Το αλλο μια ψυχη που αλλαζε ρολους εξω και μεσα
απο τα τειχη της Τροιας.
Εγινε ναυτικος, οτι κατωτερο και πιο μοναχικο μπορεσε
να βρει, τριτος μηχανικος.
Ειχε την ησυχια του.
Η μηχανη γουργουριζε ασταματητα μερα νυχτα κι
αυτος εψελνε το δικο του τραγουδι γυρω της.
Μετα στη καμπινα του, ακουμπισμενος στο μπουλμε,
με κλειστα ή ανοιχτα ματια, συνεχιζε, ζουσε τη μοιρα τους, βιωνε την πικρα των
επιλογων τους.
Το καραβι μεσα σε υγρες ερημιες συνεχιζε κι αυτο
το ταξιδι του ασταματητα.
Περασαν χρονια, καποια στιγμη βγηκε τυχαια σε μια
στερια.
Περπατησε αναμεσα στα σπιτια. Στην ακρη της πολης
βρηκε ενα που του αρεσε.
Ακατοικητο, ρωτησε αν πουλιεται.
Το αγορασε.
Εμεινε κει.
Το καραβι εφυγε χωρις αυτον.
Κι αυτος συνεχισε.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ομίχλη στο χέρι
18/10/2008
Στον swearengen που του
αρέσει η ομίχλη
Το φερρυ απο το Γου Ξι στο Γκου Ανγκ Σι σταματησε
στη μεση της διαδρομης.
Η ομιχλη ηταν πυκνη και η θαλασσα γυρω γεματη
ψαροβαρκες και εμπορικα πλοια.
Ο πλοιαρχος πηρε εντολη να προσπαθει να κραταει
οσο γινεται σταθερο το στιγμα του μεχρι η ορατοτητα να βελτιωθει. Κι ετσι το
φερρυ εμενε σχετικα ακινητο και ο δυνατος ηλιος ετσι οπως γινοταν κομματακια
πανω στην ομιχλη γεμιζε το χωρο με ενα εκτυφλωτικο και αχρηστο φως. Το ασπρο
των συννεφων και το γκριζο των νερων μπλεκονταν αλλα σιγα σιγα το ασπρο νικησε
και το φερρυ επλεε μεσα σε καθαρη ομιχλη πλεον ετσι οπως το εβλεπαν οι επιβατες
που βγηκαν ολοι στις κουπαστες και κοιτουσαν το αδιαπεραστο γαλακτερο φως.
Δεκαδες προσωπα στραμμενα στο κενο, αχρηστα ματια, χειλη σφιγμενα. Οι ομιλιες
σταματησαν λιγο λιγο και μεσα σε μια σιωπη ολοι περιμεναν αν εχει κατι να τους
πει η ομιχλη. Και σε πολλους ελεγε.
Ο Σουν Σι Λι σκεφτοταν τον υγρο πανικο καποιου
ψαρα που μονος μεσα στο βαρκακι του ζουσε αυτη τη στιγμη την ιδια βιαιη μεσα
στη σιωπη και στο βαρος της απομονωση. Ποσο ακινητος θα μπορουσε να μεινει
καποιος απο φοβο; Φανταζοταν το χερι του πετρωμενο πανω στο πηδαλιο, τα ποδια
του παγωμενα, χωρις καμια σκεψη αφημενος στην τυχη του οποια και να 'ταν αυτη.
Ο Σουν ζουσε κι αυτος μεσα σ' ενα μεθυσι ηττας.
Ολες αυτες τις μερες ενιωθε να γινεται ολο και πιο μικρος, ολο και πιο αδυναμος
ετσι οπως σιγα σιγα και ανεπιστροφα τα εχανε ολα. Στην αρχη ητανε ενας
ασταματητος θορυβος απο τυμπανα που χτυπαγαν στο κεφαλι του, νταπα ντουπα νταπα
ντουπα, καθως η περιουσια του εξανεμιζοταν βασανιστικα σταθερα στο Σανγκάη Στοκ
Εξτσέιντζ. Τα τυμπανα μετα εγιναν ενα ασταματητο βουητο, νυχτα και μερα, αυτος
ηταν πλεον ο χωρος που ζουσε, αυτο το βουητο. Εκει ανεπνεε, εκει αναστεναζε,
εκει επινε σε μικρες γουλιες το νερο καθως η αγωνια του τον αφυδατωνε, ετσι
οπως τον βρηκε εκθετο. Ηταν τοσο δυνατο μεσα του που ωρες ωρες ξεγελιοταν και
πιστευε οτι ειναι του κοσμου, οτι ολος ο κοσμος ειχε γινει αυτο το βουητο.
Τωρα εδω ενιωσε για πρωτη φορα μετα τοσες μερες
οτι το βουητο απ΄οπου κι αν προερχοταν εξασθενιζε. Σαν η ομιχλη να το καταπινε
και αυτο κι αυτο μη βρισκοντας πουθενα να ανακλαστει εσβηνε μεσα σ΄ενα απειρο
που ξεκινουσε λιγα εκατοστα περα απ΄τα ματια του.
Και σταματησε.
Και μια απλη πολυ απλη σκεψη του ηρθε. Απλη και
παντοδυναμη. Αρκει να την επιανε απο την ακρη του ρουχου της, να την τραβουσε
κι αλλο πιο κοντα του και να την καταλαβαινε.
Ηταν ο ιδιος. Αυτος ηταν. Τιποτα δεν ειχε αλλαξει
μεσα του, καμια απο τις αδιαμφισβητητες ή αμφιβολες ποιοτητες του δεν ειχε
χαθει. Ηταν ο ιδιος. Αν μπορουσε και κοιτουσε καλα αυτη τη σκεψη στο κεντρο της
θα σωζοταν. Κι αφου το πιστεψε αυτο, το εκανε.
Απλωσε το χερι του πανω απο το παραπετο του πλοιου
κι ενιωσε τα σταγονιδια να καθονται ησυχα πανω στο δερμα του. Στο μεσα και στο
εξω του χεριου του. Εβγαλε τη γλωσσα του στην ομιχλη και αρχισε να την πινει.
Καποιο μικρο κομματι του καπου κοντα του γελασε. Επινε νερο σε αερα.
Ενα μωρο λιγα μετρα πιο περα αρχισε να κλαιει.
Ενιωθε οτι η ομιχλη δεν θα αφηνε το μικρο του κλαμμα να παει μακρια. Μια δυνατη
αναγκη του ηρθε να ηταν αυτος που θα το επαιρνε στα χερια του να το ησυχασει.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τριγωνικοί σχηματισμοί
13/9/2008
... Αυτα σκεφτοταν η Λι Τσιν μελαγχολικα κοιτωντας
τη βροχη που ακουγε στη σκεπη της κι εβλεπε ν΄αλλαζει το πρασινο της κερασιας
στην αυλη της. Ενιωθε τοσο πολυ μερος μιας θεατρικης παραστασης, που κρυβοντας
μια απο το πρωι σιγανη, επιμονη κουραση πηγε να χτενισει τα μαλλια της,
χαμογελωντας στην ανοητη αλλα ελκυστικη ιδεα οτι η κερασια εβλεπε αυτην και οχι
αυτη τη κερασια ...
Γυρισε και μαζεψε το κοκκινο, μανδαρίνικο, μακρυ φουστανι
καθως καθισε ξανα μπροστα στο λαπτοπ.
Η Λι Τσιν ειχε παραιτηθει απ' το Κομμα παρ' ολο που ηξερε
οτι θα της εξασφαλιζε μια καλη ζωη, ενα καλο γαμο, ρουχα αγορασμενα μονο απο το
κεντρο της Λουφτχανσα στο Πεκινο, και μια σταθερη παρουσια στην υψηλη κοινωνια.
Ολη αυτη ομως η τυπικοτητα και υποκρισια που θα επρεπε να
ανεχθει, ολες οι μυστικες υπογειες ραδιουργιες και ευνοιες που εναλλασσονταν,
επηρεαζοντας ατομικες ζωες και μακρινες επαρχιες την ειχαν κουρασει. Ποτε δεν
πειστηκε οτι ολο αυτο το τυπικο, ανουσιο και κενο θα μπορουσε να της προσφερει
κατι.
Ενιωθε υποχρεωμενη απεναντι στη κερασια, απεναντι στο
νοτιοανατολικο της παραθυρο, απεναντι στη γατα της Τσελεστε, που με την
ανορθοδοξη ηρεμια της της εδειχνε οτι υπηρχε κι αλλος τροπος.
Υπηρχε κι αλλος τροπος να ζησεις δηλαδη.
Οι τροποι να πληξεις ή να πουληθεις ηταν απειροι, σε
πολλους σταθηκε στο κατωφλι τους, κι ενα βραδυ ζαλισμενη απο τη ζεστη μπυρα
σ'ενα χρυσο καραοκε παραλιγο να δοθει στον πανισχυρο (πολλοι μιλαγαν για τον
επομενο γ.γ. του κομματος) κυβερνητη της Τιανζιν. Οταν του'σφιξε το χερι
στριβοντας το πισω απ΄τη πλατη και κανοντας τον να γονατισει σφυριζοντας του
λυσσασμενα στ΄αυτι "δεν ειμαι για τα δοντια σου ρε μαλακα" ηξερε οτι
εκλεινε μια πορτα για παντα και ειχε ευχαριστησει τη ζεστη μπυρα εκεινης της
βραδιας πολλες φορες απο τοτε.
Γυρισε τα ματια της στη κερασια, ενα αερακι κουνουσε
ελαφρα τη κορυφη της.
Η Τσελεστε γυρισε και τη κοιταξε αργα μη περιμενοντας
τιποτα, μη βαζοντας της κανενα εμποδιο. Τη χαιδεψε με τη σκεψη της και αυτη
γουργουρισε μισοκλεινοντας τα ματια της.
Ενα καλα αρμονικο τριγωνο που ξεκινουσε απ' αυτην,
περνουσε μεσα απο το νοτιονατολικο παραθυρο στη κερασια της, και γυριζε πανω
στη κοιμισμενη της γατα θα ηταν ενα σπιτι αξιο να ζησει λιγο καιρο μεσα του.
Μετα θα 'βλεπε.
Αριθμοί
και μη αριθμοί
193
Η σημερινη ηλικια του συμπαντος ειναι περιπου 1010
χρονια,
Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα,
η ακτινα του πρεπει να ειναι καπου 1,3x1010
ετη φωτος (1,2x1026 μετρα)
στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
Η σημερινη τιμη για τη μεση πυκνοτητα του συμπαντος ειναι
περιπου 1,4x10-29 gr/cm3
μιά ελιά,
(αντιστοιχει περιπου σε ενα ατομο ανα κυβικο μετρο)
ένα αμπέλι
ενω η μαζα του ειναι περιπου 5,7x1056 γραμαρια
κι ένα καράβι.
Στους 1011 γαλαξιες του συμπαντος υπαρχουν
συνολικα περιπου 2,9x1023 αστρα
Που σημαίνει
Καθε 5 δευτερολεπτα το συμπαν διαστελλεται τοσο οσος
περιπου ειναι ο χωρος που καταλαμβανει ο γαλαξιας μας
με άλλα
τόσα
Ολα αυτα θα χαθουν σε πενηντα δισεκατομμυρια χρονια
την ξαναφτιάχνεις.
