Κυρ, 22 Φεβ 2009 03:32 μμ
Καθε απλη κινηση, ακομα και
το πιασιμο ενος ποτηριου, εχει πισω της μια ιστορια.
Και καμια υποσχεση δεν
κραταει για παντα.
Ακομα και η πιο
καλοπροαιρετη, ακομα και αυτη που ειχε για σπονδη τα πιο ειλικρινη δακρυα.
Καπου στην πολη ειναι ο
Στράτος, τεσσερις μερες τωρα.
Τωρα θα φτιαχνεται για να
βγει, μπανιο, ξυρισμα.
Σημερα εμαθε αλλες πεντε
λεξεις στα κινεζικα μιλωντας στο λομπυ με τον σιψάντη και θα παει να τις
δοκιμασει στο μαγαζι της. Πεντε λεξεις θα φτασουν αραγε να γεμισουν δυο ωρες?
Φτανουν. Φτανουν και περισευουν. Υπαρχουν και τα χερια που θα μπλεκονται. Και
τα βλεμματα ισια στα ματια. Και τα συντομα φιλια. Το κρεσεντο ομως θα ειναι
αυτες οι πεντε λεξεις. Ολο το σκηνικο σημερα θα ειναι γυρω απ' αυτες. Απο τη
χαρα που θα κανει οταν τις ακουσει. Απο τα γελια της οταν θα τον ακουει να τις
συλλαβιζει.
Πεντε λεξεις. Χρυσαφι μαγκα
μου. Για μια νυχτα φτανουνε οχι για δύο ωρες.
Του 'πεσε λιγο περισσοτερο
αφτερσέιβ στο χερι απο ενα ξαφνικο χαρουμενο γελιο, δε πειραζει σκεφτηκε, το
πασαλειψε στα μαγουλα.
Πρωτη μερα στη πολη, πρωτη
μερα στο μαγαζι της και καθισε σα δαρμενος σκυλος στη μπαρα της. Λιγο να
ισιωσει το κορμι, λιγο το τσιγαρο να βοηθησει, λιγο το κομπολόι. Να κρυψουν το
αγχος του μεχρι να δει τι γινεται και πως παιζεται δω περα το παιχνιδι.
Περασε απο μπροστα του και
ηταν σα λευκο κρινο.
Το Τσιβας στα χειλη και
μονορουφι κατω.
Η ομορφια του χτυπαγε τη
πορτα. Ανοιξε.
Ή μαλλον αυτη τον πηρε απο το
χερι και τον εβγαλε εξω.
Ξαναπερασε, τον κοιταξε αυτη
τη φορα που τη κοιταγε.
Του πηρε μ'ενα χαμογελο το
χερι και το τραβηξε σε καναπε. Το κορμι του ακολουθησε το μουδιασμενο χερι του.
Τα σεπαρε χωριζονταν με
ξυλινο φραχτη και ψευτικα αναρριχητικα λουλουδια.
Γουάτς γιορ νέιμ, της ειπε.
Χαμογελο.
Ντου γιού σπικ ίνγκλις?
Χαμόγελο.
Γουέαρ αρ γιού φρομ?
Άι αμ τσάινα.
Εφερε το μικροφωνο και το
κοντρολ του καραόκε.
7115 εγραψε η οθονη, Μπέσαμε
μουτσο.
Το ειπε πρωτη αυτη. Ωραια. Πολυ
ωραια. Ανατριχιασε δηλαδη.
Μετα το ξαναβαλε.
Το ηξερε. Αρχισε να το
τραγουδαει. Οσο το τραγουδι κυλαγε η φωνη του λυνοτανε. Μολις του επιασε το
χερι τρελλαθηκε. Το εβαλε ολο στη φωνη.
Πηγε να τις ξαναμιλησει μετα.
Τιποτα. Χαμογελο. Χαμογελο.
Ειτε αγγλικα της μιλαγε ειτε
κινεζικα αυτη εκει. Χαμογελο.
Και κρινο την ειπε, και
περιστερα μου μετα, και αγαπη μου και θα σε παρω μαζι μου.
Μετα αρχισε αυτη να του λεει.
Που να ξερεις τι?
Αμα χάιδευε τον τριχωτο καρπο
του μαντευε. Θα ελεγε τι ωραιες ή τι περιεργες που ειναι οι τριχες σου. Αλλα αν
μιλαγε στον αερα δεν ηξερε τιποτα. Και τοτε χαμογελαγε αυτος. Και χαμογελαγε.
Και την ελεγε κρινο μου.
Και μετα Μπέσαμε μουτσο.
Παλι και παλι. Μία αυτή, Μία
αυτός. Καθε φορα απο πιο βαθεια να βγαινει η φωνη του. Και τα χερια να
μπλεκονται.
Τεσσερις μερες αυτη η
δουλεια. Αυτος ο πυρετος απο χαμογελα, ματια, αισθημα που φουντωνε και
ασυνενοησία.
Στο καραβι τραγουδαγε μονος
του στους αλουέδες Μπέσαμε μουτσο.
Που και που κλεινοταν και στη
καμπινα του και δοκιμαζε μια νοτα πιο ψηλα. Ηθελε να δει ως που φτανει η φωνη
του. Δεν ηθελε να του βγει κανα κοκοράκι μπροστα της.
Σημερα ομως της ειχε δωρο.
Και χρυσα σκουλαρικια και πεντε λεξεις. Ειχε δοκιμασει να του μαθει κινεζικα
αυτες τις μερες και ειχε γελασει πολυ με τη προφορα του. Και αυτος με τη δικη
της. Ετσι οπως ελεγε κλινο, κλινο, ιμε κλινο ...
Μπηκε και δεν την ειδε.
Ρωτησε τη μαμα σα. Αυτη το κοιταξε παιχνιδιαρικα και λιγο περιεργα.
Σορρυ σί ιζ μπιζι του είπε.
Τι μπίζι, σκεφτηκε.
Καθισε στη μπαρα και τη
περιμενε.
Στη τσεπη του στριφογυριζε τα
χρυσα σκουλαρικια.
Σε κανα δεκαλεπτο το κεφαλι
της ξεπροβαλλε πανω απο το ψευτικο φραχτη. Τον ειδε και ξαναχαθηκε. Η μαμα σα,
γατα, επιασε τη κινηση.
Μένι τζαπανίζ τουντέι, του
είπε, κοιταζοντας τον ενοχα.
Ή ετσι του φανηκε.
Πληρωσε.
Ο γραμματικος του ειχε πει
για ενα πολύ καλο μασατζιδικο που ειχε βρει.
Τραβηξε κατα κει. Ενας αέρας
όμως ερχοταν απο τον ωκεανο και εστριψε για τη παραλια. Ειχε ελαφρο κυμα.
Περπατωντας εβγαλε τα σκουλαρικια απο τη τσεπη και τα πεταξε στο νερο.
Μπέσαμε μούτσο αρχισε να
μιλαει περισσοτερο παρα να τραγουδαει.
Δοκιμασε να πει και τις πεντε
καινουριες λεξεις αλλα τις ειχε ηδη ξεχασει.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Μη κλαίς ρε μαλάκα, σ' αγαπάω
26/11/2008
Σημερα ολες κλαιγανε.
Η Αθηνά πρωτα πρωτα. Σα χελωνα που
τη γυρισανε αναποδα.
Και που να ξερει τι θα γινει?
Θα ρθει κανενας να τη φερει στο
κανονικο, στο ορθιο?
'η θα μεινει μονη της μες στην
απελπισια να κουναει τα ποδαρακια της στον αερα σε μια γωνια αυτου του δασους?
Ρε μη φοβασαι εγω ειμαι δω.
Να της λεω και να της ξαναλεω.
Τιποτα ή πολυ λιγο.
Ασημαντο. Ή οχι αρκετο.
Η Τασουλα.
Μηνυματα. Ελα. Ελα. Ελα.
Πηγα. Θελω κρασι κοκκινο. Παρε. Ηπιε
δυο μονορουφι. Εκλαψε σαν ορφανο. Και μετα αλλα δυο ποτηρια και μετα με αφησε
να πιω τα υπολοιπα. Υπακουσα. Την εβλεπα απο την αλλη ακρη να γελαει και μολις
συναντουσε το βλεμμα μου να ξανακλαιει σα χαζο.
Οτι εγινε εγινε.
Και πειραζει.
Η Λι Λι γελαει απεναντι με τον
Αμερικανο που ειναι νεος στη μικρη μας κολαση και δε ξερει.
Αμα πιασει αυτη τη μικροελαχιστη υστερια την κρυμμενη μεσα στο γελιο της θα υποψιαστει.
Προς το παρον θελει μονο να τη πηδηξει. Ενταξει θα γινει κι αυτο. Αλλα μετα εδω
ειμαστε και θα το δεις.
Μετα απο τρεις βδομαδες θ' αλλαζεις
στενο οταν τη βλεπεις.
Γιατι?
Θα δεις.
Ασε, θα το δεις μονος σου.
Τι αλλο...
Η Λου Λου. Κλαιει.
Ειναι μωρο ακομα. Μπορει να ξεσκιζει
εκατονταδες χωρις να το ξερει αλλα αυτος ο ενας μπορει να τη κανει κομματακια.
Και αυτο τη νοιαζει. Και αυτο μετραει.
Αποψε ολες κλαινε.
Κερναω ποτα, τους γελαω, τους λεω
οτι εχουνε τα καλυτερα βυζια στη Κινα αλλα αυτες τιποτα.
Θελουνε να κλαψουνε.
Το σεβομαι λιγοτερο απ' οτι το
καταλαβαινω.
Μη κλαις.
Μη κλαις ... πως το λενε.
Μεχρι τωρα εχετε γονατισει χιλιαδες.
Σημερα γονατισατε ολες μαζι. Ετυχε.
Δε φταιτε εσεις. Το φεγγαρι σας
φταιει.
Σημερα ολες κλαιγανε.
Δε προλαβαινα να λεω δε πειραζει.
Να λεω αυριο θα ειναι αλιως και
κουραγιο και ... και ...
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τα καινούρια της ρούχα
17/11/2008
Στη
Νατάσα
Τελευταια την εβλεπε να ξανακυκλοφορει στη πολη.
Που ειχε κρυφτει τεσσερις μηνες σα ποντικι δεν ηξερε
και δε ρωταγε γιατι ηξερε οτι θα τον ποναγε σα χαλασμενο σφραγισμα.
Την ειχε δει δυο τρεις φορες ακομα με τα ρουχα που
της ειχε παρει αυτος. Τα ιδια τα περσινα. Και κοβοτανε η ψυχη του. Γαμω το
κερατο της μεσα, ουτε ρουχα δεν ειχε να παρει πια. Δε ντρεποτανε να γυρναει με
τα περσινα και τα προπερσινα τα δικα του?
Πριν μια βδομαδα ενας μαλακας Ελληνας καμαρωνε σα
γυφτικο σκεπαρνι δειχνοντας σε μια μάμασα στο κινητο του τη φωτογραφια της στο
δωματιο του στο ξενοδοχειο. Παγωσε οταν αυτη του τα ειπε μ'ενα υφος εγω σου
τάλεγακαι του
κοπηκε η ανασα. Εγινε λιωμα, πηγε σπιτι εφτιαξε στα γρηγορα ενα λογαριασμο στο yahooτην ειπε πουτανα και καριολα και ξεσκισμενη και μια αγρια
χαρα τον κατεκλυσε που εγινε τοσο βαρεια αργοτερα αλλα ο υπνος τον εσωσε.
Το πρωι που ξυπνησε με το κεφαλι σα πετρα η πρωτη του
σκεψη που τον τυραννισε και ολη τη μερα ητανε τα ρουχα της. Δε μπορουσε να
πιστεψει πρωτα οτι ητανε τοσο χαλια οικονομικα που δεν ειχε να παρει αλλα και
μετα οτι ειχε τετοια ξεδιαντροπιά να γυρναει με αυτα μεσα στη πολη.
Μετα ανακαλεσε την εικονα τους και τη βρηκε πολυ πιο
αδυνατη απ΄οτι ποτε θυμοταν. Γαμωτο, τοσο χαλια ηταν?
Του ειχαν πει οτι στο μπαρ της δε παταγε ψυχη πλεον.
Μαλλον ετσι
εξηγειται που δεχτηκε και πηγε και στο δωματιο
εκεινου του μαλακα που τωρα γυρναγε στη πολη και τη ξεφτιλιζε για να δειξει
ποσο μαγκας ειναι. Ελληνες, τι περιμενεις?
Κι αυτη τη διαολο ηθελε? Ητανε τοσο χαλια ή το εκανε
επιτηδες να γυρναει ετσι περιφεροντας τη παλια εικονα της μπροστα στα ματια
του?
Του 'κανε τη καρδια κομματακια. Παρε καινουρια ρουχα
ρε γαμωτο! Ολο αυτο σκεφτοτανε. Μεχρι που του 'ρθε να παει ν' αγορασει καμια
δεκαρια και να τ' αφησει στη πορτα του κλειστου της μπαρ. Δεν το 'κανε μονο και
μονο γιατι επρεπε να τη σκεφτεται την ωρα που θα τ' αγοραζε. Θα επρεπε να
σκεφτεται το σωμα της, τις αγαπημενες ατελειες της, το υψος της, το σχημα των
ποδιων της. Και το δερμα.
Και δεν το εκανε. Αλλα μεσα του παρακαλουσε. Κατι να
γινει και να βρει λεφτα να βρει καινουρια ρουχα. Και η φτωχεια της τον ποναγε
και ο εξευτελισμος της στα ματια του. Επιτηδες το εκανε ή ειχε χασει καθε
τσιπα. Κι αυτος ποναγε.
Και μετα ητανε Πεμπτη. Μεταξυ εξι κι εφτα το
απογευμα.
Εσκασε μυτη στα Σταρμπακς μ' ενα ταγιερακι και μποτες
ψηλοτακουνες. Για δευτερολεπτα ο χρονος εμεινε ακινητος σα να μην ηξερε πως να
μετραει.
Ητανε υπεροχη. Δυνατη και υπεροχη.
Τρελλαθηκε.
Που τα βρηκε αυτα τα ρουχα γαμωτη μου?
Αρχισε τις βιζιτες το κωλοπαιδο.
Εμ πως αλλιως. Το κερατο της μεσα. Καμια τσιπα.
Παιρνοτανε με το καθε κομπλεξικο. Τετοιος ξεπεσμος
πια!
Και ειχε το θρασος να μοστραρει τα λαφυρα της ντροπης
της ολογυρα.
Μανια τον επιασε. Ηθελε να σηκωθει να τη πλακωσει στο
ξυλο. Ξεφτιλισμενη.
Ολες τις επομενες μερες αυτο σκεφτοτανε.
Δε το χωραγε το μυαλο του.
Τον επνιγε αυτο που αν δεν ητανε δικιο ητανε τα λογια
της αλλης αυτο το εγω σου τα 'λεγα σα καρφι στο ματι. Αλλα ητανε δικιο.
Πανω απ' ολα ητανε δικιο. Το δικιο του.
Και τη φτωχεια της ξεχασε που τον ποναγε πριν και την
αναδουλεια της που τον ποναγε περισσοτερο. Αυτη η εικονα μονη της στο μπαρ να
περιμενει ενα πελατη να τη βγαλει και σημερα που τον ειχε τρελανει τη ξεχασε.
Το κερατο της.
Μετα τρεις μερες ταλαιπωριας τη ξαναειδε.
Με αλλα ρουχα. Παλι καινουρια.
Ποιονε μαδαγε τωρα η καριολα.
Ποιανου επινε το αιμα και παγωνε το δικο του?
Η μανια του ειχε βαρεσει βυσινι. Το παντοδυναμο
πηγουνι της σηκωμενο πανω απο μια φανταστικη ροζ μοχερ. Μαυρη μινι φουστα.
Καλσον. Οι μποτες που το τακουνι τους στηριζοτανε κατευθειαν σε μια αρτεσιανη
του φλεβα. Θανατος.
Σκοτεινιασε. Μα καλα ως που ειχε φτασει? Το ειχε
κανει επαγγελμα?
Αυτον δεν τον σκεφτοτανε? Τοσο πισω τον ειχε αφησει?
Ενιωθε πως τον εβλεπε χωρις να τον κοιταει.
Ενιωθε πως του πεταγε τα καινουρια της ρουχα στα
μουτρα. Ενα να
ρε μαλακα δες μπορω και μονη μου.
Σκοτεινιασε. Μελανωσε μεσα του. Παρακαλαγε να ερθει
προς το μερος του να του πει ενα γεια για να τονε τιμωρησει και τοτε αυτος να
σηκωθει να της αστραψει ενα χαστουκι να το ακουσει ολο το Σταρμπακς. Μονο αυτο
ηθελε.
Και σηκωθηκε. Γυρισε αλλου το κεφαλι του να
προφυλαχτει απο τον εαυτο του. Δεν αντεξε να τη κοιταει να πλησιαζει. Μολις
ειχε περασε δυο βηματα απο μπροστα του γυρισε σαν απο μονο του το κεφαλι του.
Αυτη τη φουστα την ηξερε. Την ειχε φορεσει ακομα και
καλοκαιρι με πεδιλα. Και τωρα ητανε Νοεμβριος. Και απο την υπεροχη μοχερ που
τονιζε το πηγουνι της ειδε οτι εφευγαν κατι κλωστες ξεφτια απο δω κι απο κει
και τοτε τη θυμηθηκε κι αυτη απο τις πρωτες αποσκευες της.
Εκλεισε τα ματια.
Τα εσφιξε δυνατα.
Περιμενε να νιωσει οτι δεν ηταν πλεον εκει.
Τα ανοιξε, την ειδε να στριβει στη γωνια.
Πριν προλαβει να χαθει η ακρη της γνωστης του μαυρης
μινι φουστας προλαβε να της πει ενα συγνωμη που το πιστευε και ηθελε να φτασει
οσο πιο μεσα της γινόταν.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τα γενέθλια της Τασούλας
10/11/2008
Χωθηκε μεσα στην ομιχλη σα το πουλι στο δεντρο.
Ομοιος με τους ιθαγενεις τωρα μιας και τα πυκνα συννεφα
εκρυβαν τις διαφορες του.
Απεκτησε σιγα σιγα κι αυτος το ψαρισιο τροπο τους να
ελισσεται αναμεσα στους πολλους γλιστρωντας πανω τους.
Με το γουωκμαν στ' αυτια τους εβλεπε να βγαινουν
χορευοντας μεσα απο την ομιχλη να περνουν μπροστα του ορατοι για ελαχιστο και
να χανονται παλι πισω στις ψαρισιες ζωες τους.
Τετοια απομονωση ειναι δυσκολο να επιτευχθει ακομα και
εργαστηριακα.
Το κινητο αναβοσβηνε μπροστα του υπενθυμιζοντας τα
γενεθλια της Λίλιας.
Πηρε για χρονια πολλα, εκβιαζοντας μια ευδιαθεσια μεσω
δυνατων φωνων και “καλα, καλα, μια χαρα”. Αυτη του προσφερε δωρο μια προσποιηση
οτι ταχα μου δε καταλαβε.
Αν ηταν εκει θα ακολουθουσανε για ακομη μια φορα το εθιμο
των γενεθλιων της. Σε μια γωνια της μπαρας στο δικο τους στεκι, να λενε οσα
ειχανε να πουνε το χρονο αυτο που δεν ειχαν συναντηθει, με μια ειλικρινια που
ωρες ωρες ποναγε και αυτον που ακουγε αλλα και αυτον που τη μοιραζοτανε. Ετσι
ητανε τα γενεθλια της. Μια τομη στο χρονο και το αιμα να τρεχει. Πολυτιμη αυτη
η μερα και για τους δυο τους που φετος πρωτη φορα θα την εχαναν. Με αυτη τη
σκεψη ηταν αδυνατο να γυρισει σπιτι. Μια σταγονα επιπλεον καταθλιψης θα τον
ξετέλευε μεσα στο πανικο. Πρωτες Βοηθειες το λεγανε στη νεα γλωσσα του και
σημερα εφημερευουσα ητανε η Τασουλα. Μολις τον ειδε ελαμψε το φεγγαρι που ειχε
για προσωπο. Ητανε ο beerfriendτης και αυτο εφτανε οπως της ειχε
πει οταν αυτη του ζητησε να γινει ο boyfriendτης.
Σημερα τα ρουχα της ητανε πιο περιποιημενα, οχι αυτο το
εξαρχιωτικο στυλ που την εδειχνε κατι μεταξυ κινεζας Αμελι και Βασιλη
Καραπιαλη.
Πρωτη φορα την εβλεπε με μινι φουστα και της ειπε να τη
καθιερωνε γιατι τα ουτε τα ποδια της ουτε ο κωλος της ητανε τοσο χαλια οσο
νομιζε. Αυτη τον εβρισε στα κινεζικα και του πεταξε τα πλαστικο μπωλακι με τους
ηλιοσπορους γελωντας.
Γιαννης αρμπαεγού του ειπε και μετα εξηγησε οτι εβαλε τη
φουστα γιατι ητανε ιδιαιτερη περιπτωση.
Δηλαδης?
Ε να ειχε τα γενεθλια της σημερα.
Εεελα ρε, της ειπε ξαφνιασμενος.
Τοτε του εξηγησε οτι ητανε συμφωνα με το κινεζικο
ημερολογιο, το σεληνιακο. Μονο φετος επεφταν αυτη τη μερα. Του χρονου και καθε
αλλο χρονο θα επεφταν αλλη μερα, εκει κοντα βεβαια αλλα αλλη.
Σε κερναω ολο το μαγαζι της ειπε.
Μπυρες και βλεπουμε και ο μεζες δικος μου, του γελασε
κανοντας μια κωμικη πιρουετα.
Εψαξε καπου μεσα στην ακαταστασια κι εβγαλε το σιντι που
της ειχε αφησει με το Μαλαμα και τη Πρωτοψαλτη και της ειχε πει να το βγαζει
μονο σε εξαιρετικες περιπτωσεις.
Ρωτησε που ειναι τα αλλα βαφτιστηρια του.
Πανω, γδερνουν ολο το Δ.Σ. Της Φαρ Ηστ Χολντινγκς εντ
Νταμπλινγκς του ειπε. Οι δυο μας, και προσπαθησε να του κλεισει το ενα
ματι αλλα μπερδευτηκε και του 'κλεισε και τα δυο.
Ο Μαλαμας αρχισε να τονε βαζει στο κοσμο του. Αυτη πισω
απο το μπαρ, πηρε το χερι του στο δικο της, το γυρισε απο δω κι απο κει. Ξερεις
να το διαβαζεις? Ναι, αυτη τη βδομαδα αποκλειεται να πεθανεις αλλα τα νυχια σου
θελουνε κοψιμο του ειπε.
Εβγαλε απο καπου ενα ψαλιδι και μια μικρη λιμα και
αρχισε. Χαλαρωσε.
Αφου τελειωσε με αυτα πηγε να φερει συνοδευτικο μεζε.
Γυρισε με κεφαλια παπιας κομμενα στη μεση, τηγανιτους μεταξοσκωληκες, και
καραμελωμενα χοιρινα αυτια.
Θα μεινω με τους ηλιοσπορους της ειπε και γυρισε ελαφρα
τη πλατη να μην τα βλεπει.
Αυτη επιασε ενα μισο κεφαλι παπιας απο το μισο λαιμο και
αρχισε να του μασουλαει το ραμφος.
Εισαι μια γλυκα της ειπε.
Ποτε θα βρεις γυναικα, τονε ρωτησε.
Αφου εχω εσενα, τι να τη κανω?
Μα εγω ειμαι μονο για να πινουμε μαζι μπυρες εδω περα,
ποτε δεν μου εχεις πει να βγουμε.
Γι αυτο και δε προκειται να παψουμε ν' αγαπιομαστε ποτε.
Η τελευταια του λεξη σκεπαστηκε απο το κρατς του
κριτσανιστου αυτιου που εσπαγε στο στομα της.
Η Πρωτοψαλτη, τριανταφυλλακι, τον τραβουσε προς τη πλευρα
της, η ελαφραδα της ασυνεννοησιας απο την αλλη. Δεν ητανε πουθενα. Δεν ειχε γη
να πατησει το συναισθημα του. Μετεωρο εμενε, χλιαρο, αναποφασιστο.
Πηγε να του βαλει ενα μεταξοσκωληκα στο στομα.
Πεταχτηκε απο το σκαμπω. Την εβρισε και το πιστευε.
Αυτη ειχε ξεκαρδιστει στα γελια οποτε το ξεχασε αυτοματα.
Μαλακα, ε μαλακα του πεταξε. Δε ξερεις τι χανεις.
Ε τι ολο θα κερδιζω της ειπε, καμαρωνοντας για τη προοδο
της στα ελληνικα, στην οποια ειχε συνεισφερει τα μαλα.
Κι ετσι η κουβεντα τους προχωρησε, και ολο και εμβαθυνε
μεσα του.
Μαλακα, κωλοπαιδο, μαλακισμενο, γαμω το κερατο σου,
τρελοπαντιερα, βλημα, ηλιθιο, της θειας σου το μπουγαδοκοφινο, τον παιρνεις και
γερνεις, ούξου ρε παπάρα, παπάρα ε παπάρα.
Μια σωστη επαναληψη ολων των λεξεων της μητρικης του
γλωσσας που της ειχε μαθει με τοσο κοπο.
Στραμπουλαγε τη γλωσσα της, του 'λεγε μ' ενα χαμογελο ως
τ' αυτια και ολοφωτεινα ματια γαμό το κελατό σου παπάλα κι αυτος κραταγε τη
κοιλια του απο τα γελια. Αυτη χαρουμενη που τον εβλεπε ετσι να μην εχει αυτο το
συνηθισμενο βαρος στα ματια, συνεχιζε κι εβαζε και τα δυνατα της.
Με ματια γεματα δακρυα απ΄τα γελια σηκωσε το ποτηρι και
της ειπε
Χρονια πολλα Λίλια.
Μάι νέιμ ιζ Τασούλα, του ειπε τσακιζοντας αναμεσα στα
δοντια της το μισο κρανιο μιας καπνιστης παπιας.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Be there
11/11/2008
Αν το ζητησεις σου δινουν μαρκαδορο.
Μπορεις να γραψεις εκει που καθεσαι.
Στη καρεκλα σου, στο τραπεζι μπροστα σου, στο τραπεζομαντηλο ή στο ξυλο, στο
τοιχο διπλα σου.
Μπορεις να ζωγραφισεις. Μπορεις να
γραψεις τηλεφωνο. Μπορεις να βρισεις.
Η πιο παλια ημερομηνια που βρηκα
ηταν 16/12/1982. Δεν ειχα παει ακομα με γυναικα τοτε. Απ΄οτι ειδα αλλοι ειχαν
προλαβει ηδη να καταστραφουνε. Να το παρω σαν γενεθλια του μαγαζιου? Ποιος ηταν
ομως ο μαγκας που ειχε θαρρος να γραψει πρωτος πανω σ'ενα κατασπρο παρθενο
τοιχο? Μεγαλο καθικι θα ητανε. 'Η πιττα. 'Η απελπισμενος. Εξω θα 'κανε κρυο
τρομερο. Εδω θα ηταν καταφυγιο. Ενα ονομα Andrei. Μονο
αυτο. Τι εκανα εγω κεινη τη μερα αραγε. Διαβαζα για τις πανελληνιες προφανως,
τι αλλο. Τραβωντας με πεισμα και παθος τις πινελιες που θα μ' εφερναν μετα
εικοσιεξι χρονια να κοιταω αυτο το βρωμοτοιχο. Αν το ηξερα τοτε, θα πεταγα το
βιβλιο απο το παραθυρο και θα πηγαινα στα ποδοσφαιρακια. Ο Andreiομως
ητανε μακρια να μου το πει. Πολυ μακρια ητανε. Στη Κινα. Andreiσε
βρηκα. Καπως αργα ομως.
Τι ιστοριες συμπυκνωμενες σε μια-δυο
λεξεις ...
τι παθος
που πεταχτηκε και παρεμεινε αορατο στη κοινη θεα ...
ποια
στιγμη που δεν της αξιζε τιποτα καλυτερο ...
DynamoKiev Ξεφτιλαπροδοτηπουλημενε
Constanta
Παναγιωτης-Τασος-Αποστολης
M/VNIKOLAS
Fuck
you
Pitskou materi Bogdan
Jonathan-Bill
3/6/1989 FUCK YOU
Ev
Amstel for ever
Spilt-Duprovnik-3
Mai
Eλιζα
σ΄αγαπω καριολα 14/2/88
Βαγγέλη ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ Νικος 25/3/1994
NeverAlone Θρυλος-Σαββας-Ορχομενος
Ηπιαν, θυμηθηκαν, εγραψαν, ξεχασαν.
Δεν θα ΄θελαν να ξαναδουν αυτο το
τοιχο, ειμαι σιγουρος.
Απο μακρια φαινεται ωραιος. Απο
κοντα ακατανοητος. Οι φωνες που βγαινουν απο την επιφανεια του σου παιρνουν το
μυαλο.
Να βαζεις τ' ονομα σου διπλα στο
ονομα καποιου αλλου ειναι ενας γαμος για παντα αλλο αν γινει στοχος για τις
μυγες και συ το ξεχασεις,
ν' αφησεις την οργη σου σ' ενα
ματαιο ασβέστη ειναι ειλικρινεια και ηττα μαζι.
Ενα σημειο στο πουθενα εγινε για
κανα πενταλεπτο το εξομολογητηριο σου.
Αληθεια, ψεμματα, τι ειπες?
Καθομαι και το κοιταω απο μακρια και
μονο.
Βλεπω προσωπα που τα ξερω και δε τα
ξερω.
Τωρα ειναι αλλου και κανουν αλλα
πραγματα.
Θελω να τους πω να μη ξεχασουν,
θελω να τους πω να ξεχασουν.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τι κρίμα, τι καλά
8/11/2008
Το πρωτο τους παιδι ηταν
κοριτσι.
Φτου να παρει!
Ευτυχως ηταν σε χωριο και
ειχαν και μια δευτερη ευκαιρια.
Μετα δυο χρονια τους ηρθε η
Λιού.
Γαμω το Βούδα μου μεσα,
σκεφτηκανε.
Η τρομερη γενια των Τσάο που
για πεντακοσα χρονια μαζευε ρυζι με τα ποδια μεχρι το γονατο στη λασπη, σε
φαμπρικες δεκατατρωριες καθε μερα και απο τις εφτα, σε ναυπηγεια να αμμοβολιζει
και να μεθαει φτηνα καθε βραδυ δεν θα ειχε το διαδοχο της.
Πηρανε το μωρο τριων ημερων
και το πηγανε στην αδερφη του μπαμπα Τσαο.
Οχτω χρονια. Περναγανε και το
βλεπανε ποτε ποτε. Εικοσι λεφτα με το λεωφορειο ητανε και τους βολευε. Ξερω γω,
μια φορα το μηνα ή το εξαμηνο. Πανω κατω. Τι σημασια εχει? Πες πως η μαμα Τσαο
πεταχτηκε και μια φορα ετσι στο ασχετο γιατι κατι της ηρθε. Και?
Ετσι μεγαλωσε. Σα σταχυ.
Μετα η θεια εκανε το πρωτο της
παιδι, γιο, οποτε η μικρουλα Λιού
επρεπε ν' αλλαξει ξανα σπιτι. Να παει πισω στο δικο της. Τι κριμα.
Ειχανε κιολας κανει ενα γιο
και τους ξεβολευε.
Μπορεσανε, και τη κρατησανε
αλλα εφταοχτω χρονια.
Φαι βρισκοτανε. Και τα ρουχα
που παλιωνανε δεν ητανε δα και για πεταμα.
Μεγαλη καρδια οι Τσαο.
Καλα ο μπαμπας σου δε σε πηρε
ποτε αγκαλια?
Δεν επαιξε μαζι σου?
Η μανα σου ποτε δε σε φιλησε?
Τα ματια συσπαστηκαν ενα
δεκατο. Οχι παραπανω.
Γιατι?
Δεν τους αγαπας?
Οχι.
Τους μισεις?
Οχι.
Εμενα μ' αγαπας.
Ναι.
Εν αγριμακι που εμαθε τα ψηλα
τακουνια απο τα δεκαεφτα.
Τωρα μπορει και τρεχει πανω
τους. Καθε βραδυ διασχιζει τη νυχτα της πολης σαν αστραπη που δεν αφηνει ιχνος.
Η Μέι ητανε φιλη της. Ενα
χρονο πιο μεγαλη. Αργοτερα θα καταλαβαινε τι πολυς που ητανε αυτος ο ενας
χρονος.
Παμε στο σπιτι του Χούι να
δουμε τηλεοραση.
Η Μέι εφυγε.
Ο Χούι τη πονεσε. Πολυ και για
πολυ.
Γαμω το Βουδα σας μεσα.
Αλλαξε δυο φαμπρικες.
Ενας της ειπε να παει σε
καραοκια γιατι ητανε ομορφη.
Αυτη φοβηθηκε μη παει και
συναντησει καμια Μέι και κανα Χούι ξανα.
Τη φαγανε ομως.
Κι αυτος που τη συστησε ειχε
να πινει ζεστες μπυρες για κανα μηνα.
Ενταξει δε λεω.
Καλυτερα πο τη φαμπρικα. Πολυ
καλυτερα.
Ασε που πιασε κι ενα δωματιο
μονη της. Ενα κρεβατι μονο κι ενα παραθυρο.
Περιουσια ολοκληρη Βουδα μου.
Φωλια και καταφυγιο.
Καπου ηρθε και ο Τασος.
Ποσο καθισε?
Ε, κανα μηνα.
Καλος ητανε.
... καλος.
Σ' εβγαλε ποτε εξω?
Με πηγε μια φορα στα KFC.
Ελα ρε Τασο γιγαντα. Παλι στα
εξοδα μπηκες.
Σου λειπει?
Ποιος?
Ο Τασος.
Γιατι?
Ετσι ρωταω.
Χαμογελο. Σιγα τωρα.
Αυτο το δε μασαω στυλ.
Μπορει να επινε καμια πεντ-εξι
μπυρες καθε βραδυ αλλα πιστευε οτι το Herboristteaθα ητανε αυτο που θα την
εσωζε. Τα μισα απο τα λεφτα της εκει πηγαινανε. Και ομορφη θα την εκανε και
ευτυχισμενη. Το πιστεψε. Και καλα εκανε. Εγω τη κερναγα μπυρες καθε βραδυ και
την αφηνα να γελαει οπως θελει απεναντι μου. Και καθε βραδυ οταν γυρναγα σπιτι
εβρισκα ενα φακελακι Herboristteaστο τσεπακι του μπουφαν που ειχα αφησει στη
κρεμαστρα του μαγαζιου.
Γυρναγα σπιτι. Το επινα και
εβρισκα μια ελπιδα κρυμμενη στη καρδια ενος μικρου πουλιου.
Α Βουδα μου κανε με κι εμενα
ομορφο οπως αυτη.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ενα όνομα, γιά
σήμερα και γιά πάντα
27/10/2008
Η απελπισια οταν σηκωσει λιγο κεφαλι και κοιταξει προς τα
εξω γινεται εφευρετικη.
Βρισκει τροπους να αυτοσαρκαστει.
Αυτο τη σωζει και της δινει νοημα.
Πρεπει να 'χει κι ενα νοημα η απελπισια , δε πρεπει?
Πηγε σ' εκεινο το μπαρ γιατι ειχε απ' εξω πολλα ξυλα και
του μπηκε η παλαβη ιδεα οτι θάχε και τζακι.
Τζακι στη Κινα! Δε θάσαι καλα. Εδω η αποψιλωση ητανε
χειροτερη απο τα νησια του Πασχα, που τετοιες ανθρωπινες χαρες; οπως ας πουμε
να βλεπεις ενα κουτσουρο να καιγεται για παρτη σου.
Τον ξεγελασαν ομως τα ξυλα απ' εξω.
Χαλαλι ομως.
Τα κοριτσια ηταν μετρια στην εμφανιση και αυτο τις
απαλλασε απο το βαρος μιας ομορφιας που θα επρεπε να αμυνεται συνεχεια.
Ετσι ητανε χαλαρες και κατεβαζαν τις μπυρες σα νερο.
Ωραια πραματα.
Απλα μεσα στο μη νόημα τους.
Απλα μεσα στη σημασια του τωρα τους.
Κερασε ολο το μαγαζι μολις πειστηκε οτι τα χαμογελα τους
ηταν δικα τους και τον ειχαν μονο στοχο.
Δεξου το χαμογελο μου ρε, τι σου ζητανε?
Κι αυτος το δεχτηκε.
Και μετα το πανηγυρι.
Οι Κινεζες τόχουνε καυμο ν' αποχτησουνε κι ενα αγγλικο
ονομα.
Καλα οι Λι Λι γινονται ευκολα Λιλυ και ξεμπερδευουνε.
Οι αλλες ομως?
Οι Σου Σου, Φι Φι, Μιου Μιου πως θα κανουνε καριερα σε
μια εσπερινη καρδια;
Κι ολες θελουν ενα ονομα.
Μη πεις καμια Μάργκαρετ ή Κάθριν θα εισαι χαζος.
Πρεπει να ειναι ευηχο.
Πρεπει να εχει μια χαρα μεσα του.
Γιατι αυτες εχουν.
Γινεσαι νονος, πρεπει να το δεις υπευθυνα.
Κι αυτος το ειδε.
Κι αφου ηπιανε τις μπυρες τους και τους το ξέκοψε
κομμένες οι χειραψιες κι αφου του το ζητησανε να τις βαφτισει αυτος αποδεχτηκε
αυτη τη μεγιστη τιμη και τις κοιταξε μία μία στα ματια. Να καταλαβει. Τι ειναι.
Απο που ερχεται. Τι καλο θα της κανει ενα ονομα. Και να ειναι δικο της.
Φαινοτανε απο χωριο.
Ητανε καπατσα και στη κουζινα και στο κρεβατι οπως
υπολογιζε. Και περπαταγε μαγκικα.
Εσυ θα εισαι η Τασουλα.
Σι σι έ!
Παρακαλω.
Τασουλα, Τασουλα το δοκιμαζε στη γλωσσα της και το
προσωπο της εφεγγε λιγο λιγο.
Η αλλη ητανε απο κωμοπολη.
Στρουμπουλη. Αυτη θα τα δινε ολα αμα την αγαπουσανε.
Και ιμαμ θα μαθαινε να φτιαχνει,
Μονο ο μερακλης ελειπε.
Σε μια κριση αυτογνωσιας τα εβαψε ολα ξανθα. Μαλλια και
φρυδια.
Λεμονιά. Τελείωσε.
Λομανία. Άι ντοντ λάικ. Καποιος Ρουμανος ειχε περασει
καποτε και ειχε ξηγηθει πουστικα.
Οχι ρε. Λεμονιά. Λέμον τρή. Στη Κινα τα λεμονια ειναι ακριβα.
Πολυ. Το δεχτηκε.
Ητανε κοντη αλλα οχι και να τρελαινεσαι.
Ειχε μεγαλα μαγουλα να τα τσιμπάς να χαιρεσαι.
Και μεγαλα βυζια. Για πολυ μερακληδες.
Και μετα ειδε και τη φωτογραφια. Αυτη στο αδειο ασπρο
δωματιο να κραταει το λούτρινο σφιχτα γιατι αυτα τα υπεροχα βυζια πολλοι τάχανε
ζουλήξει αλλά κανενας δεν τάχε ακουμπήσει οπως το θέλανε.
Ματούλα λοιπόν, γι' αυτο το κατι που του θυμιζε.
Τής αρεσε.
Πηγαινε σα βαρκα σε σοροκαδα.
Τα τακουνακια της αναστεναζανε.
Κι αυτη. Απο κατι που δεν ηξερε.
Αλλα δεν τη πολυενοιαζε κιόλας.
Τα εικοσι τα ακλειστα νάναι καλα.
Γελαγε σα να ητανε η μονη αληθεια αυτο το δευτερολεφτο.
Λουλού.
Και παντα να γελας της ειπε καθως με το ποτηρι απ' το
σφηνακι επαιρνε νερο απο τη γυαλα με το χρυσοψαρο που δεν ηξερε σε τι ιερη στιγμη
ηταν παρων κι ετρεχε γυρω γυρω πανικοβλητο.
Και μ' αυτο το νερακι τις βαφτισε.
Και μετα ηπιανε πολλες μπυρες ολοι μαζι να γιορτασουνε τα
βαφτίσια.
Μια χαρα.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
San Buterfly
Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008
18:40
Καμια καλοσυνη δεν ειναι αμοιρη της αφέλειας της και
κανενα λαθος δεν κοιταχτηκε εκ των υστερων μονο με μισος.
Μπορει να ηταν οι οικονομιες απ΄αυτη τη πρωτη του
δουλεια, των τριων πρωτων χρονων, δοκιμος και ισως με τα χρονια γραμματικος.
Που ξερεις? Μπορει να ηταν ο σπορος για τη καφετερια που ηθελε ν' ανοιξει στο
χωριο του στο Λευκαντι. Αυτη ηταν η δουλεια που του αρεσε απο μικρος και οχι τα
καραβια. Αλλα που κεφαλαιο; Βγαζοντας τη Ναυτικη Σχολη της Κυμης ηξερε οτι θα
ξανοιγοταν σε μια ιστορια που δεν την ηξερε και τη φοβοταν. Δεν ηθελε αυτος τη
θαλασσα. Αυτος ηθελε μονο να εχει ενα μερος να ερχονται οι φιλοι του, να τους
υποδεχεται, να τους φτιαχνει καφεδες, ουζακια περιποιημενα να γουσταρουνε, να
λενε τα καλαμπουρια τους, κι αυτος να ξεκλεβει απο τη χαρα τους κουβεντες,
ξεροντας οτι μερος της χαρας τους ηταν κι αυτος.
Ειναι που δεν ερχοταν κανενας στο σπιτι τους. Τολεγε στον
εαυτο του και ντρεποτανε. Φιλοι, συγγενεις δε παταγανε. Πολυ σπανια. Και στη
γιορτη του πατερα του κανα δυο θειοι ετσι στο βιαστικο και φευγανε. Δεν ηξερε
τι νιωθανε οι δικοι του αλλα αυτος με αυτο το καυμο μεγαλωσε.
Οταν αρχισαν να ξεφυτρωνουν οι πρωτες καφετεριες ηταν γι
αυτον δωρο κι αποκαλυψη. Τα καφενεια δεν τα μπορουσε. Χαρτι, λιγες κουβεντες,
καθεστως καποιοι παλιοι μαγκες, μαγκωμαρα, κοριτσια ουτε για δειγμα. Στις
καφετεριες ηταν αλλιως. Μπορουσες να πας εκει και με τα καλα σου ρουχα,
μπορουσες ν'αραξεις με τη παρεα σου με το δικο σου τροπο, και τα ματια των
κοριτσιων ολο να παιζουνε. Ετσι ητανε που 'χτισε σιγα σιγα μεσα του το λιγο ονειρο
του.
Στο Νιγκμπο το καραβι καθησε λιγο παραπανω απο το
συνηθισμενο λογω επισκευων. Και οσο οι δουλειες βγαινανε, η μια βδομαδα εγινε
δυο και μετα τρεις και βλεπουμε. Τη τριτη μερα βγηκανε με τον δευτερο και
πηγανε στη Μπαρ Στριτ. Στο πρωτο που μπηκανε εκει και κολλησε. Ετσι ητανε
αυτος. Πιστος στην εκπληξη του, πιστος στην πρωτη του εντυπωση. Ητανε και που
ηρθε αυτη η σκατουλα κει που πινανε τις μπυρες τους με το Διαμαντη και πηγανε
να τους φυγουνε τα ποτηρια απο το χερι οταν τους ειπε μ' ενα χαμογελο τοσο
πλατυ που χαθηκε μεσα του "Καλισπελα, Ελληνας εισαι?" Ναι, της ειπε.
Και οι τεσσερις ατελειωτοι αυτοι μηνες στη θαλασσα εφυγαν απο πανω του σα ρουχο
που το αφηνεις. Και μετα "Εισαι πολυ ομολφος" και δωστου ενα γελιο
ατελειωτο, που καμια στο χωριο του δεν του το ΄χε χαρισει ετσι.
Το πρωτο ηταν το γελιο. Σα να του ανοιγε καποιος μια
πορτα που δεν ειχε ανοιξει ποτε πριν. Το κοριτσι δε φοβοταν να κανει αστεια, να
γινει και λιγο καραγκιοζης, σα να καταλαβε οτι αυτο το αγορι πολυ σφιγμενο
ητανε, εικοσιτρια και τοσο σφιγμενο ...
Καθε μερα εκει. "Sun Buterfly" το λεγανε κι αυτος γελωντας τις ελεγε "Τι σαν? εσυ εισαι
κανονικο και σκετο μπατερφλάι". Και γελαγε κι ο ιδιος με τ' αστεια του,
και που τα βρηκε αυτος τα αστεια αναρωτιοτανε. Κι ετσι ητανε και η Λι Λι. Μια
μπατερφλαι που τωρα ηρθε να καθισει πανω του. Τονε πειραζε? Τι να τονε πειραζε?
Τι βαρος εχει ενα μπατερφλάι?
Τη δευτερη νυχτα πηγανε μαζι στο ξενοδοχειο, κι απο τοτε
καθε νυχτα. Και τα στεκια τους τα βεριγουελνταν, και τα ελληνικα τους μετα στο
μπαρ, ζειμπεκικα και χαρτοπετσετες στον αερα.
Του' πε οτι ηθελε να κανει δικο της μαγαζι. Τη δουλεια
την ηξερε. Ολοι τη πηγαινανε. "Ειμαι καλο" του ελεγε και τονε λιγωνε.
Ναι, εισαι καλο, σκεφτοτανε αυτος. Εισαι καλο γαμω το κερατο μου, τοσο καλο που
δε το πιστευω.
Κι εκει πανω σ' ενα στεκαδικο, πανω στο δευτερο μπουκαλι
κοκινο κρασι απο το Γιαντάι του 'πε "θελω να σου ζητησω κατι.
Γινεται?" Αυτος νομισε οτι ηθελε να του πει να τη παρει και ητανε ετοιμος
να πει το ναι πριν καν του το ζητησει "Θα με βοηθησεις ν' ανοιξω το μαγαζι
που θελω?" Λιγο απογοητευμενος αλλα με μια καινουρια ωραια σκεψη να
ανθιζει μεσα του της ειπε οτι θα το εκανε.
Σηκωσε τα πεντε χιλιαδες ευρω που 'χε μαζεψει. Της τ'
ακουμπησε. "μονο θελω να το πεις το μαγαζι Σαν Μπατερφλάι" της ειπε, "μονο
αυτο".
Η Λι Λι το εκανε. San Buterfly οπως της ειπε. Ητανε τυχερος που ειδε τα εγκαινια. Εγινε ο χαμος. Ολο το
πληρωμα ηταν εκει. Αναστεναξε το Νιγκμπο, εκεινο το βραδυ. Εκεινος πισω απο το
μπαρ, κερναγε, εβαζε τραγουδια, κι ολο ελεγε "δικε μου" και
"δικε μου", χορεψε, τη φιλησε μπροστα σε ολους μεχρι που της
ζωγραφισε κι ενα δαχτυλιδι στο δαχτυλο κι ενα στο δικο του. Αυτη τον εβαλε να
κανει και μια σφραγιδα με το δαχτυλο του με κοκκινη μελανι σε μια χαρτοπετσετα
που κατι εγραψε στη γλωσσα της. Ειχε αγγιξει τον ουρανο, ειχε δει την ευτυχια
σα πουλακι που καθισε στον ωμο του.
Το καραβι εφυγε το απογεμα.
Στο Νιγκμπο δεν ετυχε να ξαναπατησει ποτε.
Τον ποναγε αλλα και τον εξακοντιζε καποια βραδυα
μεσοπελαγα.
Αυτος το ειχε κανει μια φορα.
Το μαγαζι του το ειχε φτιαξει. Η καρδια του ειχε ενα τοπο
δικο της.
επιτελους
σάν μπατερφλάι ...
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Σπασμένο τηλέφωνο
26/10/2008
Ηταν ενα αποκτημα εξαιρετικο. Ενα μικρο θαυμα ντιζάιν,
ποιοτητας και ιδιοκτησίας.
Το κινητο του ηταν ολα τα λεφτα. Το χάιδευε στη τσεπη
του, το εβγαζε στη μεση του δρομου και το κοιταζε, αλλαζε τα σέτινγκς του
μεθυσμενος απο τα χρωματα, τις μουσικες, τις εκατονταδες επιλογες. Στα μπαρ το
εβγαζε ταχα μου αδιαφορα πανω στη μπαρα, διπλα στο ποτο του - απο την εξωτερικη
πλευρα του ποτου του εννοειται – και περιμενε. Ηδη αυτες τους δυο μηνες ειχαν
τσιμπησει δυο, ναι μαγκα μου εκανε κρεβατι επειδη οι αλλες τσιμπησανε με το
κινητο του.
Τωρα εκει μεσα ηταν ολα οσα ηξερε στη Κινα. Η διασκεδαση
του και η επιβιωση του οπως πικρα θα διαπιστωνε. Ο φιλος του στα δυσκολα και
στα πολυ πολυ δυσκολα. Εκει επαιζε το γκολφ του τα μοναχικα του βραδυα στις
μπαρες τοτε που δεν υπηρχε καμια εσπεραντο να τον γεφυρωσει με τη χαρα των
αλλων, εκει ολη του η μουσικη που την ακουγε περπατωντας στην ομιχλη της πολης
και στην αφορητη ανωνυμια του.
Η σωτηρια του, το απαγκιο απο την αγωνια, η χαρα για ολες
του τις αρνησεις.
Η Τάι Τόνγκ του ειχαν πει οτι ηταν το πιο ζωντανο σημειο
της πολης. Πηρε τηλεφωνο τον Τσου την ωρα που εμπαινε στο ταξι να πει στο
ταξιτζη το προορισμο του.
Εφτασε για να διαπιστωσει γι' αλλη μια φορα οτι τα
παραλεγαν.
Ενα τελειωτο παζαρι, τρισεκατομμυρια Κινεζοι σπρωχνονταν
και γλιστρουσαν ο ενας πανω στον αλλο σα κοπαδι ψαριων στον ωκεανο αγοραζοντας
ρουχα, λαχανικα, ηλεκτρονικα της πλακας, σουβλακι χταποδι, παιχνιδια, χοιρινα
αυτια και καραμελωμενα μηλα. Αφεθηκε στην ατυχια του, μαθημενος πια, κι εγινε
κι αυτος ενα ψαρι με το κεφαλι του ομως να κοιταει ψηλα απο τη μια για να
ξεφυγει τις αφορητες μυρωδιες απο τα κινεζικα φαγητα και απο την αλλη μπας και
δει καμια φωτεινη πινακιδα που θα ηταν η προσωρινη λυτρωση του, κανα Σταρμπακς,
κανα γουεστερν στάιλ μπαρ, κατι που να μυριζε πολιτισμο τελος παντων, δηλαδη
αυτα που ηξερε, που μπορουσε ν' ανεχτει, που μπορουσαν να τον κανουν να
ξεχάσει.
Ξαναπηρε τον Τσου τηλεφωνο μπας και του δωσει κανα τιπ
για το πως θα γλυτωνε απ' αυτη τη χάβρα, μετα τον Μπλέικ για το που ηταν να
παει να τονε βρει να παρει τις ανασες του πανω απο μια σωστα κρυα μπυρα. Ο γυρω
θορυβος δεν τον αφηνε ν' ακουσει καλα συγκρατησε ενα ονομα που του ειπαν,
Κινεζικο αλλα με Αμερικανικη προφορα. Δυστυχως.
Και κει ακουσε το πρωτο μπίιιπ. Το κοιταξε. Λόου μπάτερι
αναβοσβηνε. Ο πανικος δινει τα πρωτα του σημαδια με μια σκεψη βελονια και μετα
μ'ενα φουσκωμα στο στηθος. Σαν ο αερας να μην ειναι αρκετος αλλα τα πνευμονια
να ηττωνται καθως επιμενουν. Τα αλλα ψαρια συνεχιζαν να τον σπρωχνουν προς μια
κατευθυνση, παταγε πανω σε χιλιοπατημενα λαχανικα, καποιος, καποια τον χάιδεψε
μπροστα και καποιος αλλος πισω. Δεν ηταν για το πορτοφολι του, απλα μεσα σε
αυτο το ανθρωπομανι καποιων η ηδονοθηρια ξυπνουσε σα πουλι της νυχτας και του
πληθους. Θυμηθηκε το διηγημα του Πόε για τον ανθρωπο του πληθους και ποσο μα
ποσο αντιθετα ενιωθε. Τωρα.
Προσπαθουσε να βρει ενα παραδρομο να βγει, αλλα ποιον;
Και να παει που. Μαλλον για την λεωφορο επρεπε να ψαξει να βρει κανα ταξι αλλα
κατα που επεφτε;
Δεν ηξερε καλα καλα αν προχωρουσε σε κυκλο ή σε μια
συνεχη ευθεια.
Τα φωτα αρχισαν σιγα σιγα να σβηνουν. Το πληθος να
αραιωνει.
Ξανακοιταξε το κινητο. Λόου μπάτερι. Λόου μπάτερι.
Καποιος του εκαψε το χερι μ' ενα τσιγαρο.
Γυρισε με σκοπο να τον αγριοκοιταξει ο αλλος τον κοιτουσε
ομως τοσο ειρωνικα που τον ξαφνιασε. Ενα τσογλανι με κοντοκομμενα μαλια
μετασχηματιζε την ορμη της νιοτης του σε μιαν ηχηρη αυθαδεια. Δεν ειχε νοημα να
του πει τιποτα ασε που κατι τετοια αγριμια περναγαν τις ωρες τους εξασκουμενοι
στο σεξ και στο κουγκ φου πανω σε παγιδευμενες χωριατοπουλες σε καραόκια που
μύριζαν μουχλα και σκόρδο.
Επρεπε να βρει ενα ταξι και να παρει τον Τσου να του
δωσει οδηγιες. Αυτη ηταν η μονη σωτηρια. Σα μαντρα ψυθιριζε στο μυαλο του.
Ταξι, Τσου, τηλεφωνο. Και το αλλο δυσοιωνο μαντρα του απαντουσε Λόου μπάτερι.
Λόου μπάτερι.
Γυρισε να δει μηπως το τσογλανι τον ακολουθουσε. Ευτυχως
ολη η μαγκια του ειχε περασει απο τη καφτρα στο λιγο δερμα του που ειχε καει.
Νο προμπλεμ. Θα ξαναφυτρωνε.
Αρχισε να ρωταει το κοσμο ντού γιού σπήκ ίνγκλις. Αυτοι
γελαγαν και παραμεριζαν. Πριν τον εσπρωχναν και τον τραβουσαν και τωρα
παραμεριζαν μολις πηγαινε να τους μιλησει. Περιεργη συμπεριφορα ειχαν αυτα τα
ψαρια.
Το κινητο εβγαλε ενα μακροσυρτο μπίιιιιιιιιπ, ενα “αντιο
φιλε” και μετα βουβαθηκε και σκοτεινιασε.
Γι' αυτη τη νυχτα μονο ή φορέβερ; Δεν ηξερε ακομα.
Ολως παραδοξως το καψιμο στο χερι του ειχε κανει καλο.
Ο πανικος στο στηθος ειχε σιγησει καθως ο οξυς πονος στο
καρπο ειχε στρεψει τα μητρωα αμυνας του μυαλου του σε αυτη τη μικρη
διακεκαυμενη περιοχη. Ωραια. Ωραια. Εμεινε κι αυτος λοιπον συγκεντρωμενος στο
μικρο καψιμο.
Προσπαθησε να βρει τη λεωφορο. Το πληθος ειχαν γινει
σκορπιες παρεες. Δεν ειχε προσανατολισμο, δεν ειχε κινητο, δεν ειχε σχεδιο και
οι δρομοι σκοτεινιαζαν. Προς τα που επεφτε ο Ειρηνικος και προς τα που ο
βορειος Πολος δεν ηξερε. Ολοκληρος ωκεανος διπλα του και δεν ηξερε πως να τον
βρει. Οι παρεες γινονταν ατομα τωρα. Νηστικα απο ερωτας νάναι κι οτι ναναι ή
μεθυσμενα απο ζεστη μπυρα και κοντες ελπιδες για το σημερα κοιταζαν τις πορτες
των μπαρ προσπαθωντας να διαβασουν πανω στις πινακιδες νεον με τις πεταλουδες
αν αποψε θα 'χαν καμια τυχη. Λες και η τυχη τους δεν ειχε αποφασιστει προ
πολλου.
Οχι ομως η δικη του.
Μπηκε σε πεντ-εξι μπαρ. Αγνοησε τις ομορφες και τις πολυ
ομορφες και οσες του χαμεγελουσαν εφοσον δε μιλουσαν αγγλικα. Ηθελε μια να
μιλαει αγγλικα. Για καλη του τυχη ηταν μια απο αυτες που θα μπορουσες να πεις
ασχημες. Μη του πουν αλλες σκεψεις και χαθει μεσα τους. Τα αγγλικα της φτωχα
σαν τις προσδοκιες της αλλα οπως και να το κανεις παρεμεναν ενα νησακι
συνεννοησης.
Το προβλημα του της το ειπε σιγα σιγα. Μην το περασει για
δολωμα οτι ηθελε να τη παει σπιτι του. Δεν ητανε για τετοια τωρα. Δεν παιζεις
με την επιβιωση. Δεν της γυρνας τη πλατη οταν αρχισει και σου την ξεγυρναει
αυτη.
Αργα και χαλαρα της ειπε τι εγινε. Εβγαλε και το ψοφιο
πλεον κινητο στη μπαρα για αποδειξη. Απο τη μεσα μερια του ποτου του αυτη τη
φορα. Αλλαγη ρολων βλεπεις.
Ποτε γελαγε και ποτε τον κοιταγε σοβαρα.
Σημασια εχει οτι τον πιστεψε.
Θα τον πηγαινε σπιτι του.
Ειχε ωραιο χαμογελο και υπεροχα στραβα δοντια.
Ειχε μια ιστορια κι αυτη μεσα της.
Θα του την ελεγε και θα ηταν το ευχαριστω του να κατσει
να την ακουσει ολη.
Καμπάι.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ψυχή δωρεάν
12/10/2008
Στον Τριαντάφυλλο
Βγηκε εξω στο κρυο βραδυ μ' ενα κοντομανικο που εγραφε
πανω Iwantmoreovertime.
Τα ταξι του εκαναν σινιαλο με τα φωτα κι αυτος ανταπεδιδε
κανοντας τους κωλοδαχτυλο.
Βλεπεις η απελπισια του ηταν ηρεμη χωρις ομως αυτο να
αλλαζει ουτε ως προς το ελαχιστο τη φυση της. Ασε που περπατωντας διπλα στην
θαλασσα τη καταπινε σε μικρες πικρες γουλιες και με μια υστερικη ευχαριστηση.
Ενα χαμογελο του 'ρθε. Ολο δικο του. “Τρωει τη πετρα σα ψωμι ο καισαρας Βαλιέχο
αλλο αδερφο δεν εχω”. Κι ουτε θα βρεις, κι οταν το καταλαβες και το ζητησες
απ΄τη μανα σου ησουνα ηδη δωδεκα και αυτη σου ειπε “δε μπορω τωρα παιδακι μου”.
Καλα μανα, δε πειραζει, θα δουμε τι θα κανουμε.
Αρχισε να σφυραει, τρομαζοντας ενα νυχτερινο γλαρο που
σηκωθηκε απο τη τσαμαδουρα κι εφυγε για αλλη ησυχια.
Ενας ηχος σιγανος, κλαψιαρικος ερχοταν απο καπου μακρια.
Τα σημαδια ποτε δεν τ' αφηνεις να πανε χαμενα. Παντα τ' ακολουθουσε οπως μικρο
παιδι αναποδογυριζε τις μεγαλες πετρες τα καλοκαιρια που περπαταγε κατω απο
τους ηλιους στις ξερολιθιες να δει αν εκρυβαν απο κατω κανα φιδι, κανα σκορπιο.
Εφτασε κοντα. Ενας τυφλος καθισμενος σταυροποδι επαιζε
έρου, το κινεζικο βιολι. Α εδω ηταν μια λυπη πιο μεγαλη απ΄τη δικη του,
σμιλεμενη προσεχτικα για χρονια με μαλακα δαχτυλα μεσα στο σκοταδι. Ακουμπησε
σ' ενα τοιχο, εκλεισε τα ματια του να δει οτι εβλεπε κι αυτος. Αφεθηκε και η
λυπη του εγινε τρομος σε λιγο, αφησε λιγα γιουαν και προχωρησε. Λιγο πιο κει τα
φωτα του NewYorkClub, ας ειναι.
Μια πικρη μπυρα, στην υγεια ολων, ακομα και των
ευτυχισμενων που ηταν και κοντα και μακρια.
Η φιλιπινεζικη μπαντα που και που επιανε κανα καλο,
προσπαθουσαν μη μπορωντας οσο και να το παλευαν να κρυψουν τη κουραση απο τη
μονοτονια της καθημερινης παραγγελιας nowomannocryκαι iwantfly. Ολοι θελανε να φλάι κι ολοι σφηνωμένοι μες στις
παντοφλες τους ητανε. Τι κακο και τουτο.
Μισοκρυμμενη πισω απο μια κολωνα την ειδε και το σκιρτημα
του εδωσε ενα αυτοματο σημα διαστολης στις κορες των ματιων του. Φοκους. Φοκους
σε αυτο το κεφαλι, σε αυτη τη σταση που την ηξερε σα παλιο του ρουχο.
Ακινητη, ηταν σκυμμενη πανω απο το ποτηρι της, μη
μπορωντας να καταλαβεις που κοιτουσε. Αυτο, την μπαντα ή κατι αλλο που την
κρατουσε ετσι συγκεντρωμενη. Ισως μια σκεψη της.
Τα φωτορυθμικα, που εναλλασσονταν με στρομπ λάιτς δεν τον
βηθουσαν να καταλαβει και οι μικρες κινησεις που εκανε το κεφαλι της ηταν κι
αυτες πολυ λιγες στο να βγαλει καποιο νοημα αν τις ειχε τραβηξει την προσοχη
ετσι οπως ειχε γυρισει σαν ηλιοτροπιο το κεφαλι του προς το μερος της. Μονο
καποιες στιγμες νομισε οτι τον κοιταξε και προς το παρον αρκεστηκε σ' αυτο.
Κανενας δεν την πλησιαζε, και η δικη της σταση αλλωστε
δεν εδειχνε να περιμενει κανενα.
Ηπιε κι αλλο και μαζευοντας θαρρος να παει να της μιλησει
αρχισε να φτιαχνει στο μυαλο του την ιστορια της.
Θα ηταν απο πολη πιο Βορεια και πολυ πιο κρυα. Απο κει τα
κοριτσια ηταν πιο ψηλα και το δερμα τους ηταν τοσο ασπρο. Πανεπιστημιο δεν θα
ειχε παει. Θα εφυγε απο το χωριο της στα δεκαεξι μαζι με αλλα τεσσερα κοριτσια
της ηλικιας της. Στη πρωτευουσα. Στην ευκαιρια. Ολες παρθενες. Απ' ολα. Δουλεια
πρωτα θα βρηκε σε εστιατοριο, μικρο, βρωμικο συνοικιακο. Θα πηγαινε απο το πρωι
στις πεντε, να καθαρισει, να κοψει πατατες να πετυχουνε τους πρωτους πρωινους
πελατες. Θα ειχε βρει σπιτι κοντα. Ενα δωματιο, κρεβατι, καρεκλα, τραπεζι,
βρυση, ενας κουβας. Τα ξημερωματα αν και μισοκοιμισμενη ακομα περπαταγε γρηγορα
στο σκοταδι.
Θα δουλευε ως το βραδυ. Μισθος πεντακοσα γιουαν. Ενα μισο
ρεπο τη βδομαδα το περναγε με τις αλλες τεσσερις να πηγαινουν στο εμπορικο
κεντρο, να κοιταζουν τα ρουχα και να βγαζουν χαμογελαστες φωτογραφιες, ισως να
επαιρναν και κανα ζαχαρωτο στο χερι να 'χουν κατι.
Καποια ξεκινησε σε καραοκε και της ειπε κι αυτης.
Η αρχη εγινε σε κατι που δε μπορουσε ποτε να φανταστει.
Αντρες. Λεφτα. Η νυχτα. Τα ρουχα. Τα λογια. Τα τραγουδια.
Τα κρεβατια. Τα ποτα. Τα τραγουδια. Τα ατελειωτα γλυκερα τραγουδια που της
εκαναν τη καρδια κομματια και την εκαναν να θελει να πιει κι αλλο, κι αλλο.
Ερωτευτηκε πολυ καποτε. Τα παρατησε ολα για παρτυ του,
πηγε κι εμεινε μαζι του. Εζησε σωστα ενα χρονο σαν ανθρωπος αλλος, μαγειρευε
και κοιματαν με τον ιδιο αντρα ευτυχισμενη. Δε νοσταλγησε τιποτα απο τα
προηγουμενα.
Εφυγε ομως. Χωρις να της πει τιποτα. Τονε περιμενε για
μερες αλλα τιποτα δεν εγινε. Για καιρο δεν ετρωγε, μονο νερο. Και λιγες
σοκολατες που της ειχε μαθει.
Σταθηκε στα ποδια της οπως οπως. Βρηκε δουλεια παλι σε
μπαρ αλλα μονο πισω απο το παγκο οσο και να τη πιεζε η μαμα σα. Και μονο στα ματια
κοιταγε τους πελατες. Πουθενα αλλου...
Εστηνε την ιστορια της στο μυαλο του, μερα τη μερα της.
Σε μια στιγμη που ηταν σιγουρος οτι γυρισε και τον κοιταξε ντραπηκε που ειχε
μπει τοσο μεσα στη ζωη της. Γυρισε το κεφαλι του να αποφυγει το βλεμμα της να μην
καταλαβει την αδιακρισια του.
Εβαζε λεπτομερειες, μικρες χαρες, συναντησεις, μοναξιες.
Μαζευε θαρρος. Επρεπε να της μιλησει. Αν δεν την εβλεπε
ποτε ξανα?
Καποιες τον σκουντησαν ταχα μου κατα λαθος, μια του
ζητησε φωτια, ενα μηνυμα στο κινητο ουτε που το κοιταξε. Της ηταν δοσμενος
πλεον. Μονο να μιλαγε αγγλικα. Τα αλλα θα γινοντουσαν απλα. Αφου την ηξερε
τοσο. Θεοι αυτης της ακρης του κοσμου βαλτε το χερι σας.
Πηρε ανασα βαθεια. Σηκωθηκε. Πλησιασε τη κολωνα που την
μισοεκρυβε. Εφερε το γυρο της. Σταθηκε πισω απο την ακινητη πλατη. “Νιχάο” της
ειπε, με μια βραχναδα που 'χε κατεβασει η συγκινηση του τοση ωρα τωρα. Καμια
απαντηση. Να παρει, ενα γεια δεν ειναι και για θανατο σκεφτηκε. Σταθηκε λιγο μη
ξεροντας να φυγει η΄να κανει ακομα μια προσπαθεια. Πηγε απο διπλα της. Το
προσωπο της καρφωμενο σταθερα καπου στο βαθος. “Χαλό”. Τιποτα παλι. Τα
φωτορυθμικα εκαναν αφυσικα ασπρη την επιδερμιδα της. Στο προσωπο και στο καρπο
του χεριου τον ακουμπισμενο στο τραπεζι. Εκει ηταν που την αγγιξε μαζευοντας τη
τελευταια σταγονα του θαρρους του.
Κρυο. Σκληρο. Πετρα. Ή μαλλον γυψος. Καλης ποιοτητας.
Οπως και η μπογιες που την ειχαν βαψει και της εδιναν αυτη τη φυσικοτητα. Πολυ
καλη δουλεια επρεπε να το παραδεχτει.
Γυρισε στη θεση του.
Παραγγειλε αλλη μια πικρη μπυρα και συνεχισε την ιστορια
της στο μυαλο του.
... Μια μερα ηρθε στη πολη της ενα καραβι ελληνικο. Το
πληρωμα δεν ειχε δει σπιτια και γυναικες για μηνες. Ο Φωτης ηταν ...
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Το φετίχ της μελαγχολίας του
Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008
21:55
Δεν ειναι και το πιο τιμιο απ
'ολα να φιλοσοφεις αιωνια ασε που δειχνει οτι φοβασαι κιολας.
Οσο κι αν της εκανε τον
ακεραιο και το καμποσο στις στιγμες της διαυγειας του τονε παιδευε ποσο λιγο
ειλικρινης ηταν μαζι της. Υπεκφυγες. Στριβειν δια μακρων συζητησεων, και
υπονοιων περι βαρειας μελαγχολιας. Αφημενων ασχετα εδω κι εκει. Στο πρωινο, στο
τραπεζι που του ετοιμαζε μετα τη δουλεια, στις σιωπες που τονε πιανανε μετα το
σεξ. Τεχνικα και ταχυδακτυλουργικα αφηνε την πολυτιμη καταθλιψη του να της κοβει
καθε προσπαθεια πλησιασματος και προσφορας.
Δειλος. Την ηθελε λιγο πιο
ψηλη, λιγο πιο καλλιεργημενη, λιγο απο καλυτερη οικογενεια και με πιο πεταχτο
κωλο. Στις κρισεις ειλικρινειας του ολο και πιο συχνες τελευταια αυτο
ομολογουσε στον εαυτο του. Με εμφαση στο κωλο. Ισως αν ηταν αυτο οπως θα ηθελε
τοτε να πηγαιναν και περιπατο τα ταχα μου ταχα μου περι καλλιεργειας και τα
υπολοιπα.
Υποκριτης ολκης. Και οταν το
παραδεχτηκε τρελλαθηκε. Αυτο ειναι. Πως να τα βαλεις με τη φυση. Τρελλος εισαι,
αυτα τα πραγματα δεν γινονται. Γιατι δηλαδη να εισαι μια ζωη σε συγκρουση; Σε
ποιον το χρωστας; Καταπιεση; Για ποιο λογο; Και οσο τα 'λεγε τοσο τα πιστευε.
Και η απο πριν καλοδουλεμενη του μελαγχολια του γυρναγε σε νευρα τωρα.
Κι ενα βραδυ βρηκε εναν
επισης φορτωμενο με μισες ικανοποιησεις ελληνα σ' ενα μπαρ. Πηρανε ενα Τζονι
μαυρο, ειπανε καποια απαραιτητα ψεμματα μεταξυ τους ετσι για να γνωριστουνε
καλυτερα και οσο το ποτο κατεβαινε τοσο και η γλωσσα τους ξεσαλωνε. Ο αλλος
μιλαγε για τις γυναικες του σαν κοκορας στα Μεγαρα. Απ 'οτι ελεγε ειχε τεσσερις
σκορπισμενες σε διαφορες πολεις. Τωρα αυτες ποσους ειχανε δε φαινοτανε να τον
απασχολουσε. Και που τις βρηκε τεσσερις Πηνελοπες αυτος που απ 'οτι φαινοταν
μονιμως παλευε με τη κατω γραμμη του μεσου ορου και μ' ενα υφερποντα αλκοολισμο
ηταν απ΄τα μυστηρια. Ζηλεψε, καταζηλεψε οταν του περιεγραψε τα προσοντα τους με
εμφαση στο δικο του φετιχ λες και το ηξερε. Η ζηλεια, το ποτο και συμπυκνωμενη
του καταπιεση βαρεσαν κοκκινο. Θα σου δειξω τωρα εγω, σκεφτηκε και τρεις η ωρα
το πρωι τις εστειλε sms οτι χωριζουνε. Ok του απαντησε.
Αυτο ητανε. Ο κοκορας εφυγε
παραπατωντας κι αυτος εμεινε πισω με την αισθηση οτι καθαρισε σαν αντρας. Για
τους λαθος λογους βεβαια αλλα αυτο δεν τον απασχολησε στη παρουσα στιγμη.
Του 'λειψε τραγικα το καιρο
που ακολουθησε την πρωτη ευφορια του. Οχι λογω αγαπης. Αν ηταν εστω και τωρα
ειλικρινης θα ομολογουσε οτι ηταν επειδη δεν ειχε καποιον να κλαφτει τη
μελαγχολια του. Βλεπεις αυτες με τον ωραιο κωλο που βρηκε στη πορεια δεν ηταν
φτιαγμενες γι' αυτη τη δουλεια. Κι αυτος χωρις τη μελαγχολια του ητανε τιποτα.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Η γεύση του λωτού
Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008
19:30
Τον ειχε σαν αποκτημα.
Ο μπόιφρεντ μου. Που ειναι ξενος. Που ειναι ωραιος. Που
ειναι cool.
Κι αυτος καμαρωνε που αυτη καμαρωνε για παρτη του.
Βλεπεις στη Χαλκιδα καμια δε καμαρωνε για τη παρεα του.
Ο Τακης ητανε αφανης στη Χαλκιδα. Ενας Τακης και
τελειωσε.
Σχεδον καμια δηλαδη. Αλλα τωρα η Βασω τι να σου πει;
Αυτος τα ειχε δει ολα.
Βεβαια και στη Σαγκαη πιο αφανης και απο ενα σκωρο θα
ητανε, αλλα σ' αυτο το χωριο ητανε καποιος. Ειχε ενα κεφαλαιο. Ματια μεγαλα, το
ναμπερ ουαν. Υψος 1.75. Κορμαρα για τα δεδομενα τους. Και μια επιμελεια στο
μαλλι και στα ρουχα Μπουρναζιωτικη που εδω εκανε επιτυχια. Κι ο Τακης το απολαμβανε.
Μεχρι που σκεφτηκε να τη παρει. Μια γυναικα μου πεφτει κι
εμενα σκεφτηκε. Οχι πολυ θαρραλεα σκεψη εδω που τα λεμε. Γιατι να μην ειναι η
Γιν Γιν. Στη παραλια στη Χαλκιδα θα εκανε στρακες οταν θα τη μοστραριζε. Ο
Τακης και η Κινεζα του. Για δες ρε ο Τακης γυναικακι που εξασφαλισε. Ε ρε
καμαρι που θα 'κανε στη παραλια. Θα τη πηγαινε και στα ουζερι που γουσταρε, και
στα κουτουκια να την εκπαιδευσει. Και το φραπε θα της μαθαινε. Και ταβλι αμα
λαχει. Ειχε παραγγειλει κι απο τη πατριδα να του στειλουνε ενα Νιτρο να της
δειξει τι εστι Ελλαδα και πως το γλενταμε. Την ειχε βαλει ν΄ακουσει κι ολο το
Σφακιανακη και το Πλουταρχο για να την εκπαιδευσει, να τη παει ετοιμη στην
Ελλαδα. Στο ιντερνετ ειχε βρει φωτογραφιες απο τη Χαλκιδα, τη Στενη (εκει που
θα τη πηγαινε για κοψιδια), τη Λαμψακο (εδω τα θαλασσινα τους).
Ξινισε μια μερα που του μαγειρεψε μεταξοσκωληκες. Ειχανε
κανει καλο κρεβατι πριν και δεν ειπε τιποτα. Μια φορα που του αλλαξε το σι-ντι
με το Πλουταρχο για να βαλει ChinaTV και να χαζευει κατι ηλιθια σωου ξινισε παλι. Την εβλεπε που γελαγε ομως
πολυ και παλι δεν ειπε τιποτα. Την αλλη του αλλαξε το wallpaper στο λαπτοπ, η παλια γεφυρα παρμενη απο αεροπλανο, κι
εβαλε μια Κινεζα τραγουδιστρια απ' αυτες με τις τσιριδες που του τη δινανε.
Μαγκωθηκε.
Αυτος κουρασμενος απο τη δουλεια γυρναγε. Δυο τρεις
μπυρες, φα'ι', σεξάκι και μετα αραζε με τα γουώκμαν. Βλεπεις το ν' ακουει
δυνατα το αγαπημενο του "Σωμα μου φτιαγμενο απο πηλο" ειχε κοπει. Άι
ρε γαμωτο, που 'ναι κεινα τα μερακλωματα που τη μαθαινε ζεμπεκικο να χορευει
Σωμα μου ... Ετσι ητανε ψοφιος κι οταν ειδε τη πρωτη φορα οτι η πορτα ητανε
κλειδωμενη απ΄εξω και δε μπορουσε να βγει δεν τονε πειραξε. Του 'χε κανει κι
ενα σεξακι αλλο πραμα, καπνισε δυο, ηπιε αλλα δυο, κοιμηθηκε.
Την αλλη ξανα. Καπνισε μισο πακετο και ηπιε το μισο το
Τζονι.
Παλι δε της ειπε τιποτα ομως. Τι να πει, δω που τα λεμε.
Δω τα 'χεις ολα θα του 'λεγε. Το φαι σου. Το σεξ σου. Τη μουσικη σου. Τη
κοσμαρα σου. Τι αλλο θες; Και με τετοιο μωρο πλαι σου. Τι αλλο θες; Τακη, τι
αλλο θες;
Αλλαξε το wallpaper στο λαπτοπ. Η παλια γεφυρα, Απριλιος, η περατζαδα γεματη.
Ανοιξε τη μπαλκονοπορτα, βγηκε στη βεραντα. Ητανε
δευτερος οροφος ρε γαμωτο, ουτε αυτο δεν ειχε παρει χαμπαρι τοσο καιρο. Δε
πειραζει. Οτι γινει. Κεντραρε ενα φουντωτο θαμνο απο κατω, εσφιξε το λαπτοπ στο
πλευρο του και πηδηξε.
Με καταγρατζουνισμενο το σωμα του, κουτσαινοντας, με
στραμπουληγμενο τον αστραγαλο δεν αντεχε να περιμενει να φτασει στο καραβι,
εβγαλε το κινητο κι εστειλε μηνυμα
"Βασουλα σου 'ρχομαι".
Ουτε ενα λεπτο δε περασε.
"Σε περιμενω".
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Με το ίδιο νόμισμα
Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008
20:58
Τα γιαπωνεζικα μπαρ ειναι τα μερη που η αυταπατη ειναι
μια τεχνη που πληρωνεται ακριβα.
Θα σε κανουν θεο ακομα κι αν εισαι ο τελευταιος παρατημενος.
Τα κοριτσια πρεπει να ειναι πολυ νεαρα κι αυτο γιατι τα
ψεμματα που που λενε κι ακουνε τις γερνανε γρηγοροτερα. Ετσι πανω απο
εικοσιτεσερα εικοσιπεντε δεν κανουν γι αυτη τη δουλεια. Γινονται ειτε απιστευτα
κυνικες που τα ψεμματα τους ειναι ολο γωνιες και τρυπανε καθως η κολακεια με
την ειρωνια δυσκολα ξεχωριζονται ειτε λενε στα ισα στον υποψηφιο πριγκηπα ποσα
δινεις για να πηδηξεις, χαλωντας ετσι ολο το σεναριο που πρεπει να υφανθει σιγα
σιγα.
Η Νι Νι δεν ηξερε τιποτα απ' αυτα. Λιγους μηνες ηταν που
ειχε αφησει το μικρο λασπερο χωριουδακι της. Την προηγουμενη μερα πριν μπει σ'
εκεινο το αμαξι για το Πεκινο μαζευε καλαμποκια μαζι με την αγαπημενη της
γιαγια που μαζι της μεγαλωσε, η μονη της σχεση με τ' αγορια ηταν καποιο βραδυ
που συνατησε τον Τσου στο δρομακι πισω απο το σπιτι της κι ακομα δεν εχει
καταλαβει τι εγινε εκεινο το βραδυ και τι ενιωσε.
Ο μακρινος της θειος που ηρθε να την παρει απο τη γιαγια
της ειπε οτι τωρα με τους ολυμπικς ηταν ευκαιρια για ενα χαριτωμενο κοριτσι να
βρει μια καλη δουλεια στο Πεκινο. Η γιαγια βλεποντας οτι ολα τα καλαμποκια
ειχαν πλεον μαζευτει αποφασισε να της δωσει αυτη την ευκαιρια. Ρολο επαιξε που
ο θειος αυτος εβγαλε απο τη τσεπη του ενα μικρο μαραφετι της το εβαλε στο αυτι
και μια φωνη απο κει μεσα τις ειπε οτι επρεπε ν' αφησει το κοριτσι να βρει την
τυχη του.
Την αλλη μερα χαραματα, χωρις τιποτα να κρατα στα χερια
της μπηκε στο αμαξι διπλα στο θειο, η γιαγια της μια μαυρη φιγουρα ηδη
μετανιωμενη χανοταν πισω της και αυτο που της γεμισε τα ματια δεν ηταν απο το
καπνο του βρωμερου τσιγαρου που αναψε ο θειος.
Τις εβαλαν ρουχα που γυαλιζαν, μεικ απ και της επιασαν τα
μαλλια. μια εκπληξη στα ματια της κοπελας που την εφτιαξε μολις η γνησια απλη
ομορφια της ελαμψε στο μικρο δωματιο. θα κοιμονταν εκει οχτω κοριτσια μαζι. θα
ετρωγαν ρυζι και λαχανικα καθε μερα και θα πηγαιναν στο μπαρ απο τις πεντε το
απογευμα μεχρι τις πεντε το πρωι ή και περισσοτερο. μετα υπνος, μετα φαι, μετα
μεικ απ, μετα παλι το ιδιο.
Στο μπαρ μεθυσμενοι Κινεζοι την επιαναν αποδω κι απο κει
και της εδιναν να πιει μπυρα. αυτη στις πρωτες γουλιες ηταν ηδη ζαλισμενη και
δεν ενιωθε και πολλα. αυτοι επιαναν περισσοτερο μη συναντωντας καμια αντισταση
κι αυτη απορουσε τι ειδους δουλεια ηταν αυτη. Μονο να μπορουσε να κοιμηθει λιγο
περισσοτερο ηθελε, μονο αυτο.
Ο κυριος Χαν την προσεξε απο νωρις. Παραγγελνε απο το
μεσημερι στη μαμασα να του την φυλαξει και να τον περιμενει. Μολις η μαμασα του
ειπε οτι ειναι ανεγγιχτη, ο κυριος Χαν τρελλαθηκε απο χαρα κι απο λαχταρα και
δειλα στην αρχη αλλλα μετα επιμονα αρχισε να τη παζαρευει.
Μολις η μαμασα πετυχε τη τιμη που ηθελε, η Νι Νι βρεθηκε
με τον κυριο Χαν μονη σ΄ενα δωματιο.
Μετα λιγες ωρες βρισκοταν με ματωμενο προσωπο να κειτεται
στα μαξιλαρια καθως η οργη και η ζηλεια του κυριου Χαν ηταν ασταματητη οταν
ειδε οτι η μικρη Νι Νι δεν ηταν οπως του ειχαν υποσχεθει. Φαινεται πως εκεινο
το βραδακι με το μισο φεγγαρι, στο δρομακι πισω απο το σπιτι της κατι ειχε
γινει πραγματι με τον Τσου, τον παιδικο της φιλο.
Ετσι ηταν που η Νι Νι εμαθε οτι ερωτας μπορει να ειναι
και κατι που που δεν κραταει περισσοτερο απο μια λαμψη αλλα μπορει να σε
πονεσει ακομα και πολυ καιρο αργοτερα. Ετσι ηταν που παραδοθηκε κι αυτη στα
γλυκοξινα ψεμματα του γιαπωνεζικου μπαρ, ετσι ητανε που ματωσε βαθεια πολλους
κυριους Χαν και Τσου χωρις ελεος, χωρις η απο τοτε καλοφτιαγμενη βλεφαριδα της
να τρεμοπαιξει.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Στη σκόνη με χάρη
Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008
17:08
Rene Magritte
Η φωνη του ακουγοταν βαρια σε ολο το λομπυ του
ξενοδοχειου. Μιλουσε στο κινητο σα να ηταν μονος του εκει περα. Ή το πιθανοτερο
σα να 'θελε να τον ακουσουν ολοι. Που βεβαια ηταν τοσο λυπητερα ματαιο. Τι να
ενδιεφερε τους Κινεζους ετσι κι αλλιως ναρκωμενους απο ζεστη μπυρα και προσφατα
υπογραμμενα συμβολαια εξαγωγων το γινατι ενος συνταξιουχου καπετανιου με τον
γραμματικο του.
Δεν αρεσουν σε κανενα τα ανεξοφλητα γραμματια. Και δεν
ειναι αναγκη να πας και στην ακρη του κοσμου για ν' αποδειξεις οτι δε χρωστας
σε κανενα. Μονο συ τα ξερεις τα χρεη σου. Κι ας ειναι κι απο μαρμαρο κι ας ειναι
κι απο λυπη.
Και το πεισμα και η ματαιοδοξια δεν ειναι και για παντα.
Αστα να φυγουνε σα να'ναι παιδια σου που μεγαλωσανε. Αστα
να πανε.
Μετα με πηρε μονοτερμα. Δεν αντεχα. Πνιγομουνα μεσα σε
τοσο θυμο που εβγαζε. Δικιο αδικο τι σημασια ειχε. Εδω σου μιλαω για καθαρη
τοξινη. Σφιγκομουνα. Ασφυξια. Καπνιζε ασταματητα, οι λεξεις πεταγοντουσαν σα
πετρες απο μεσα του.
Ηρθε μετα ενας αλλος. Με αυτον τα βρηκανε καλυτερα. Τον
σιγονταρε. Ητανε ακομα μεσα σε καποια κουμαντα, ποτε δε ξερεις. Αηδια.
Ειπα οτι παω για υπνο και τους αφησα μονους τους στο
θλιβερο πανηγυρι τους.
Η ζωη σου παιζει τη μουσικη που εχεις μεσα σου. Αυτο
παντα. Το μονο σιγουρο.
Βγηκα εξω. Η νυχτα κι εγω. Φιλαρακια.
Δεν εχει ιστορια σημερα.
Εκτος κι αν ειναι ιστορια η Αιλιν που επαιζε μια κιθαρα
μονη της κατω απο μιαν ανθισμενη παιωνια η ωρα δωδεκα.
Ταξιδεψε να βρει το Βουδα και βρηκε τη Κινεζικη σκονη.
Καλως τη. Παιξε αυτο το πως το λενε dust in the wind.
Μετα θα μου πεις κι εσυ για το δικο σου πεισμα.
Εισαι μικρη ακομα. Εσυ το δικαιουσαι.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Δε μπορείς να ξεφύγεις
Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008
17:08
Ολα αρχισαν απο ενα χυμο μανγκο.
Καπου, καποιος ηθελε ενα χυμο μανγκο. Στο Μπουενος Άυρες.
Αυτη η απλη επιθυμια ηταν μονο η αρχη μιας αλυσιδας
γεγονοτων που μεταξυ αλλων περιελαμβανε ενα αυτοκινητιστικο ατυχημα (δυο
νεκροι, ενας βαρια τραυματιας), μια χαμενη πτηση, μια αποτυχημενη προσπαθεια
εκβιασμου, απωλεια ενος σκυλου Γουεστχάιλαντ δυο ετων, μια αναγκαστικη
παραιτηση, και δυο διαζυγια, ενα στο Μπρισμπέιν κι ενα στο Μοντεβιδεο.
Αυτο το δευτερο διαζυγιο ηταν που εφερε τον Μιγκελ στο
Τσινγνταο σ' ενα ταξιδι θεραπειας οπως ελεγε μονο στον εαυτο του. Ηταν ομως
μονο η αισθηση της συνεχους κινησης και της αποστασης απο τον τοπο του
μαρτυριου του που τον εφερε εκει.
Ο πονος απο την απωλεια της Ζακελιν ηταν τοσο οξυς κι
επιμονος που του εβαλε αυτη την ιδεα. Η θεραπεια του θα ηταν πιο αμεση, ατεγκτη
και ριζικη οσο πιο μακρυα βρισκοταν απο το τοπο της κοινης τους ζωης και της
μνημης.
Εψαξε και βρηκε τον αντιποδα του Μοντεβιδεο στην υδρογειο
κι ευτυχως γι αυτον δεν ηταν μια ανυδρη ερημος ουτε καμια παγωμενη Σιβηρικη
ανυπαρξια γιατι ηταν τελειως αποφασισμενος. Εαν ηταν στο μεσο του Ειρηνικου θα
επαιρνε ενα βαρκακι, θα το εντοπιζε και θα εμενε εκει μεχρι να τον καταπιει
κανα κυμα, κανα μεγαλο ψαρι ή η πεινα και η διψα.
Η θεση της πολης που εζησε τη μιση ζωη του καθορισε τη
θεση της πολης που αποφασισε να ζησει και την αλλη μιση.
Τα πουλησε ολα. Oτι ειχε. Πτηση Μοντεβιδεο-Φρανκφουρτη-Πεκινο-Τσινγνταο. Δυο μερες στον αερα
και στ' αεροδρομια. Διημερη καθαρση στα σαρανταχιλιαδες ποδια. Εβλεπε τα
συννεφα απο κατω του και το μυαλο του αδειαζε. Βελονιες που και που η σκεψη της
Ζακελιν αλλα ενιωθε οτι το πραμα ειχε παρει το δρομο του κι αυτο του εδινε
κουραγιο.
Στο Τσινγνταο ανοιξε ενα μπαρ, το καλυτερο γουεστερν
στάιλ στη πολη με νοτες λατιν.
Εκει ημουνα και χαιρομουνα τη καλυτερη μαργαριτα στη Κινα
ακουγοντας μια μουσικη απο ενα γαλαξια όπου η Κινα δεν ειχε ακομα ανακαλυφθει.
Καθοταν απεναντι μου κι μεσα μου ακουστηκε ενα γκουπ
μολις την ειδα.
Φωναξα τον μπαρμαν του 'βαλα εκατο γιουαν στο χερι μαζι
μ' ενα χαρτακι με τ' ονομα και το τηλεφωνο μου και του την εδειξα.
Σε πεντα λεπτα μου 'βαζε αυτος ενα χαρτακι διπλωμενο στο
χερι.
Το ανοιξα με χερια που τρεμανε. Ναστα 136542 .....
Και να σκεφτεις οτι ολα αυτα αρχισανε επειδη καποιος στο
Μπουενος Άυρες ηθελε να πιει ενα χυμο μαγκο.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Hungry heart
Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008
11:39
Τα Starbucks αυτη την ωρα ειναι ενας βαβελικος βιοτοπος.
Κινεζοι εξι, Αμερικανοι πεντε, Κορεατες δυο, Αργεντινοι
δυο, Γαλλοι τρεις, Ρωσοι τρεις, Ιταλοι δυο, Γιαπωνεζος ενας, Ελληνας ενας.
Νοσταλγιες και λεξεις λεπτης αποχρωσας διαφορας νοηματος
πλανωνται σε σκεψεις, βλεμματα και προσδοκιες.
Καμια ασυνενοησια δε χανεται, δημιουργει την αναγκη για
το χτισιμο μιας νεας γεφυρας και συγχρονως μιας ακομα πιο εντονης νοσταλγιας.
Κανενας δε θελει να κανει τον πρεσβη, το παιδικο του
δωματιο θελει μονο χτισει, αναχωμα στην εισβολη της εξωτικης παραδοξοτητας.
Ο πιο ωραιος, ο πιο κουλ θα επικρατησει. Η επικρατηση
δηλωνεται μεσω βλεμματων και οβολων ματαιοδοξιας. Τη νυχτα ο καθενας θα
μετρησει τα λαφυρα και τις πληγες του. Τωρα ομως ειναι μερα. Μπορεις και πρεπει
να δειξεις οτι ολα ειναι καλα. Τελεια.
Η ψυχραιμια, τα σωστα ρουχα, το περιποιημενο μαλλι, η μη
προκληση μεσω υπερβολικης εκθεσης, η ηρεμη προβολη της αυταρκειας σου αυτα
ειναι τα οπλα σου.
Μαθε να παιζεις μ' αυτα. Παρε τα μαθηματα σου. Προχωρα.
Κανε τους να πιστεψουν οτι εισαι χορτατος. Ο χορτατος
κερδιζει παντα. Προκαλει τη ζηλεια γιατι ολοι ειναι πεινασμενοι. Η ζηλεια ειναι
η πρωτη ηττα. Η σκατοπορτα που απο μεσα θα περασουν οι δηθεν χορτατοι
πεινασμενοι.
Ο Σπυρος μια ζωη προσπαθει να βγαλει γκομενα μιλωντας
τους για το Πλατωνα και για το Θωδορακη. Ο Φαμπιο με το ζελ στο μαλλι και τα
Αρμανι πουκαμισα, η Ναστα απο τη Τουλα νοτιως της Μοσχας μαζευοντας τα υπεροχα
ποδια της στη πολυθρονα ετσι που το γονατο να σε τυφλωνει, ο Τζέι με την
αυτοπεποιθηση του Αμερικανου που κατεχει τα κλειδια της γλωσσας της Βαβελ, η
Μιν Μιν λεπτο εξωτικο παρασιτο που ψαχνει τον επομενο ξενιστη μετα τη φυγη του
Ολιβερ.
Τη παρασταση για μενα κερδιζει ο Κιμ ο Κορεατης.
Βουλιαγμενος στη πολυθρονα, χυμα με ενα μικρο λαπτοπ στη κοιλια, ακουστικα και
σηκωμενο αθλια το δεξι μπατζακι. Αδιαφορει και νικαει.
Τη νικη δηλαδη?
Ποτε δε θα κανει δικια του τη Νάστα, τη Χιονατη μας.
Α, η νικη του ειναι οτι δεν αφηνει το εφημερο χιονακι της
να χαλασει τη λιακαδα της ηρεμιας του.
Εμενα μου'χει καψει τον αμφιβληστροειδη ξερεις.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ιστορικό λάθος
Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008
16:55
Ειχαν επι ενα διμηνο επιδοθει σε γαστριμαργικους
μαραθωνιους με φρουτα της θαλασσας. Οστρακοειδη που στην Ελλαδα τα ειχε φορεσει
μονο σα μενταγιον κατι μισοαξέχαστα μισοαλήτικα καλοκαιρια, καβουρακια στο
μεγεθος εφηβης χελωνας, γαριδες ποταμισιες και θαλασινες, αστακους ταχα μου
πολεμιστες και κατι αλλους μικρους κοκκινους σε καυτερη σαλτσα τσιλι, ψαρια
διαφορα στον ατμο.
Ολα αυτα με μαζι μ' ενα ικανοποιητικο Σαρντονε βοηθαγαν
ν' ανοιξει μεσα σε μακριες συζητησεις το κλειστο οστρακο της καρδιας της Παμ
Παμ και μαζι του να μαθει να εκτιμαει μικρα Κινεζικα μυστικα αυτοτελους
ομορφιας και αφελους αναιτιοτητας.
Μονο ενα μυστικο δεν του ειχε αποκαλυψει η Παμ Παμ, το
κοριτσι της ησυχιας.
Θελησε να τις κανει ενα δωρο περι ορεξεως και μαζι ενα
διαλειμα απο αυτα τα τσιλικα γευστικα επεισοδια.
Καμαρωνε και δικαιως οτι τελειως μονος του ειχε βρει το
καλυτερο σουσι στη πολη που παρεα με ενα καυτο σακε μπορουσε να σε παει
πετωντας μεσα σε ενα βραδακι στο επομενο εξελικτικο ανθρωπινο σταδιο.
Καθησαν, κι οντας κιμπαρης απο τη πρωτη Δημοτικου τοτε
που εδινε ολη τη σακουλα με τα τζιτζιφα στη Βιβη με ανταλλαγμα να καθεται μαζι
μου στο πεζουλι μεχρι να τα τελειωσει, παρηγγειλε το μεγαλο πιατο σουσι, σασιμι
και σακε απο το καλυτερο. Εβαλε και κατεβασε δυο στα γρηγορα προσδοκωντας
λαιμαργα την χαρα της επερχομενης κουβεντας.
Η Παμ Παμ ομως, που για συντομια την ελεγε σκετα Παμ ειχε
αρχισει και ειχε μια συμπεριφορα ασυνηθιστη. Με το σακε μολις που εβρεξε τα
χειλη της. Το σουσι ουτε που το αγγιξε και απο ενα γυρο που εκαναν τα ματια της
στο χωρο ειχαν τωρα προσγειωθει επιμονα σ' ενα μικρο ψαθακι απο μπαμπoύ που κειτοταν επιμονα τελειως ακινητο στο τραπεζι.
Αυτος φλυαρουσε ανηξερος, εκθειαζοντας τις ζωγραφιες του
Φουτζιγιάμα και των κυματων του Χοκουσάι στο τοιχο. Τις ελεγε για την μαγεια
και το μηνυμα των Γιαπωνεζικων κηπων, τη χαρα του μινιμαλισμου και την απεριττη
σοφια του ζεν. Εφτασε ακομα και να τη προτρεψει να δει κοιτα ποσο πιο σωστα
καθονται και τρωνε μια παρεα Γιαπωνεζοι σε αντιθεση με τους θορυβωδεις και
αγενεις μες στη χωριατια τους Κινεζους.
Εκει ηταν που σηκωθηκε και αφου σκουπισε τα στεγνα της
χειλη με την ακρη ακρη της πετσετας του πεταξε ενα δυνατο "Μαλακα",
τοσο δυνατο που εκανε το Φουτζιγιαμα να τρανταχτει στο απεναντι τοιχο κι ενα
μικρο μπονζάι διπλα τους χασει τα φυλλα του. Τα Ελληνικα της ειχαν βελτιωθει
σημαντικα, αυτο οπωσδηποτε.
Εμεινε αποσβωλομενος και αφου εριξε μια λυπημενη ματια
στο σουσι που ζεσταινοταν στο πιατο και στα σακε που κρυωνε στο κουπακι του,
βγηκε να τη βρει.
Καπνιζε και συγχρονως κλωτσαγε ενα δεντρο με τα ασπροροζ
νάικ της.
Αφου σταθηκε σε μια αποσταση ασφαλειας την ακουσε να του
λεει για εκατομυρια βιασμους και κακοποιησεις γυναικων καθε ηλικίας, για
ομαδικους ταφους, δολοφονιες γερων και νηπίων. Και οτι αυτα τα πραγματα δε
ξεχνιοντουσαν, δεν διαγραφοντουσαν, μαλακα ε μαλακα.
Χωρις να τον αγγιζει τοσο η οργη της οσο η τρομερη του
αγνοια της ζητησε συγνωμη και της υποσχεθηκε οτι ποτε ξανα δεν θα την εβαζε στη
δοκιμασια να βρεθει στον ιδιο χωρο με Γιαπωνεζο, ακομα κι αν αυτο ηταν η
συναυλια του Χιρόσι Γουατανάμπε.
Δεν ηταν αρκετο. Η Παμ της ησυχιας τα ειχε παρει πολυ
αγρια στο ομορφο σινικο της κρανιο.
Εφυγε και δε τη ξαναειδε ποτε.
Μετα επρεπε για ενα διαστημα να πινει μονος του το
Σαρντονε μου και να εξοστρακιζει επισης μονος του μυδια, στρειδια και καβουρια.
Αυτο τον πειραξε.
Καθολου ομως δε τον πειραξε που μπορουσε να παει οποτε
ηθελε να ευχαριστηθει το ζεστο του σακε κοιτωντας τα αφρισμενα κυματα του
Χοκουσάι.
Οσο για το μικρο μπονζάι ξαναβρηκε τα φυλλα του.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Κόκκινο ...
Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008
16:54
Μ' αυτο το κοκκινο σπυρι που μου 'χε φυτρωσει ακριβως στο
κεντρο της μυτης δεν θα ειχα καμια τυχη αλλα το μονο που ηθελα ητανε να ξεφυγω
απο την ομιχλη που 'μπαινε απο τη μπαλκονοπορτα, μου ριπιζε τη προσωπο και μου
στεγνωνε τη καρδια.
Ητανε η μερα που θ' αρχιζα την ασκητικη μου, σπιτι,
βιβλια, μουσικη, λιγους -πολυ λιγους- κοιλιακους και πειραματικη αυτοπεποιθηση.
Αλλα οχι σημερα. Αυριο ισως. Οχι ομως σημερα.
Ετσι με το κοκκινο σπυρι μου να διασχιζει πρωτο την
ομιχλη κι εγω ν' ακολουθω εφυγα προς στο κεντρο της βρωμοπολης που ουτε καν ενα
καλοκαιρακι δεν μπορουσε να υποδεχτει.
Σπυρι εβγαζα με μια τακτικοτητα ενα το μηνα περιπου. Αυτη
ηταν η περιοδος μου. Ολες οι αξοδευτες τοξινες μου δουλεμενες με τη κρυφη κακια
μου σπρωχνονταν και συνωθουνταν στην ακρη της μυτης μου καλλιτεχνωντας αυτο το
μικρο κομπο τριημερης προσωπικης διαφανειας. Γιατι μ' ενα τετοιο σημαδι πως θα
μπορουσες να κρυφτεις; Ητανε φανερο πως κατι ειχες. Καλυτερο πειστηριο
αυταρκειας απο ενα ανεκφραστο προσωπο δεν υπηρχε κι εγω πλεον αυτο το πειστηριο
το ειχα χασει.
Λυπημενα κοιταζα στις πορτες των αλλων μπαρ οπου
μικροσκοπικα γελια και οριγκαμι θα μπορουσαν να προσφερουν το μεγαλο δωρο της
σημερινης ληθης.
Το ενα ποδι μου εμπαινε μπροστα απο το αλλο και με μια
ηρεμη κανονικοτητα μ' εφεραν στο μπαρ των ασχημων.
Τα ιδια συναισθηματα ανεμελης υποταγης αλλα και μια
αορατη γραμμη κεχριμπαρι να σκιζει τον αερα σα χορδη τεντωμενη. Πουθε?
Ηταν στην αλλη ακρη του μπαρ, μονη κι ενα χρυσαφί ποταμι
επεφτε στους ωμους της. Επινε ενα μπλε ποτο εχοντας σκυψει ολη απο πανω του σα
να ετοιμαζοταν να το εισπνευσει με ολο το κρυμμενο προσωπο της.
Αφησα δυο κενα σκαμπω και καθισα εχοντας αποφασισει ηδη
την αλλαγη. Αντι την ληθη το προσωπο της.
Παραγγειλα κατι κοκκινο και περιμενα σαν κυνηγος
τροφοσυλλεκτης στις λοχμες.
Καποια στιγμη τιναζοντας το χρυσαφι της, σηκωσε το κεφαλι
κι εκανε με το ματια της το μισο γυρο της αιθουσας.
Ηταν αρκετο και κατι παραπανω.
Αυτο το υποθετικο απο καποια καλλιτεχνικη φαντασια
προσωπο ηταν εκει με σαρκα και οστα. Μαγουλα, χειλη, ματια ολα ευθεως
ασυμβιβαστα με οτιδηποτε εκτος απο ομορφια.
Χαρα του κοσμου.
Σαν μεσα σε μια κοκκινη αστραπη ειδα το διαμαντι που
στεφανωνε τη μυτουλα της. Ενα τοσο δα λαμπεροκοκκινο σπυρακι εστεκε εκει
επιμονο, αχρηστο κι αταιριαστο.
Σα να τα καταλαβα ολα μεσα στην στιγμη αυτης της
αστραπης.
Τις δικες της μικρες αξοδευτες λυπες, τις δικες της
κρυφες μικρες κακιες, τη μοναξια της.
Ηρθε κι αυτη να βρει το καταφυγιο της, τη κρυψωνα της,
την μιση αληθεια της.
Την θαυμασα για το θαρρος της και για την αδυναμια της να
βρει στοχο για το θυμο και για τη λυπη της.
Καποια στιγμη αργοτερα ο ασχημουλης Ζακ θα της πηγαινε
κερασμενο ενα ποτο. Κοκκινο.
Θα σηκωνε το κεφαλι να δει απο ποιον ηταν κερασμενο.
Δεν θα 'βλεπε κανεναν.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Το μπλούζ της σιωπής
3/9/2008
Παλια ηταν τραγουδιστρια σε καραοκε.
Παλια ηταν με το Δημητρη.
Παλια ηταν πιο ομορφη.
Τωρα ειχε ενα δικο της μαγαζι, ηταν πια μια μαμασά. Μπορουσε να πινει οσο
αυτη ηθελε και οχι οσο περισσοτερο αντεχε για να μπορει να κονομαει μια αλλη
μαμασά με το δικο της συκωτι. Και μπορουσε να παει και με οποιον ηθελε. Κι αυτο
εκανε.
Τους αφηνε ομως στη μεση της νυχτας, λιγο ικανοποιημενους, λιγο απορημενους
αν τους δοθηκε τελικα τιποτα, αν πηραν τελικα τιποτα απ΄αυτη την ευθυμη στο
μπαρ και αμιλητη οταν εκλειναν τα φωτα.
Αυτη γυρνουσε στο μπαρ. στο δικο της μπαρ. με κλειστα τα φωτα επινε με το
ματι καρφωμενο στη πορτα αναπλαθοντας τη στιγμη που η πορτα ειχε ανοιξει, ο
ελληνας ειχε μπει και καθισει στο μπαρ χωρις να κοιταει πουθενα.
Αυτο ηταν που την ειχε τρελλανει, οτι δεν κοιταγε πουθενα ο ατιμος. Δεν
ηθελε τιποτα, δεν πιστευε και δεν περιμενε τιποτα. Ολοι ετρωγαν με τα ματια
τους τα κοριτσια, αυτος ηταν απο αλλο κοσμο, σα να τα ειχε ξαναδει ολα. Ετσι
λοιπον κι αυτη πηγε και καθισε απεναντι του και δε κοιταγε πουθενα. Ετσι
εμειναν για δυο ωρες, δυο ανθρωποι που καθοντουσαν απεναντι και δε κοιταγαν
πουθενα. και δεν μιλαγαν. και ειχανε γραμμενο ολο το κοσμο ετσι οπως ειχανε
μεινει αφοσιωμενοι ο ενας στον αλλο προσπαθωντας να του αποδειξει οτι μονο
αυτον ειχε γραμμενο.
Ενα διαβασμα που κρατησε δυο ωρες σιωπης. Ενα πεισμα που ηταν ηττα πριν καν
ξεκινησει. Μια ηττα τοσο αληθινη απο τη πρωτη στιγμη που εκανε την ενωση τους
πιο εντονη. Αμετακλητα και οδυνηρα εκαναν τον επικειμενο χωρισμο απελπισμενο
ερωτα.
Ο Δημητρης αφησε το καραβι του να φυγει. Εμεινε εκει ακομα δυο βδομαδες.
καθε βραδυ πηγαινε στο μπαρ της και στεκοταν αμιλητος απεναντι της. καθε βραδυ
στεκοταν κι αυτη αμιλητη απεναντι του. οι σιωπες τους φωναζανε. ματωνανε τον
αερα του μπαρ. ολοι τους ειχαν κανει χωρο. ποσο ευπροσδεκτη και βαλσαμο η σιωπη
του μετα τα οσα ειχε ακουσει, μετα τα οσα ειχε πει. ψεμματα αθωα και μη.
Τι περιμεναν να γεννησει η σιωπη τους; τι να ξεγραψει, τι να ξαναγραψει;
Ηταν τοσο απολυτοι στην
ειλικρινεια αυτης της σιωπης. γι αυτο και δε ζητησαν τιποτα. Και τι θα
μπορουσαν οταν τα 'χαν πει ολα;
Και η πορτα του μπαρ, πιστη στην εικονα του, σιωπηλη, ακινητη ...
Το τελευταιο πραγμα που θα φυγει απο πανω σου θα 'ναι η μοναξια σου.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Hotel California
Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008
19:53
Παλι το Χοτελ Καλιφορνια, ρε γαμωτο.
Απο τοτε που η Φίφι γνωρισε κεινο το τριπαρισμενο τον
Ελληνα απο την Αγχιαλο μας τα'χε ζαλισει κανονικα.
Καθε τρεις και λιγο γουέλκαμ του δε χότελ κάλιφορνια ...
Τουλαχιστο να το παιζε και μια φορα αναποδα μπας και
ακουγαμε και καν' αλλο ψεμμα.
Χαμενη στο μικρο της τουνελ, τη μιση ωρα σκορπαγε τη χαρα
της απλοχερα δεξια κι αριστερα και την αλλη μιση τη γυρευε πισω στο ακεραιο.
Αλλα κανενας δεν ειχε να της τη δωσει.
Την περνανε τη χαρα της, τη κανανε βροντερα γελια, κοφτες
γουλιες Σιβας, κωλόχερα, αγκαλιες και ζειμπεκικα και αυτο ητανε.
Εξατμιζοτανε η χαρα της μαζι με τους καπνους ασσο
ιντενατιοναλ και μολις ανοιγε η πορτα να μπει να βγει καποιος, εφευγε μαζι τους
στον αγυριστο.
Μολις η Φίφι το'νιωθε - ενα βραδυ ξενυχτησα να της κραταω
τον ορό - γυριζε στο χοτέλ.
Χτυπαγε τη πορτα του.
Μπορει να της αρεσε αυτο το γουέλκαμ στην αρχη. Να την
τρελαινε καποιος να της λεει γουέλκαμ.
Μπορει, και θα μπορουσα να παρω κι ορκο, να τη τσιτωνε
που αυτο το χοτελ ητανε στο πουθενα ή σ' ενα μυθικο μερος που το λεγανε
Αγχιαλο, με ωραια αγορια, με σιγουρο χαμογελο και ματια.
Που τα πιστεψε.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Aqualung
Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008
17:25
Τα φύκια σαν ενα απεραντο πρασινο κοπαδι που 'χε
ταξιδεψει απο τη Νοτια Κινα ειχαν σκεπασει ολες τις παραλιες σε μια εκταση
διακοσια μιλια.
Ο στρατος, ο δημος και οσοι θελανε να βοηθησουνε τα
μαζευανε τρεις μερες τωρα με διχτυα. Ο κοσμος χαζευε το απιστευτο θεαμα. Τη
στερια που γινοταν καταπρασινο λιβαδι μες στη θαλασσα και τη θαλασσα που ηθελε
να φαει τη στερια.
Τα στοιβαζαν σε μεγαλους σωρους. Στην αρχη δεν ηταν
ασχημα γιατι ειχαν ενα ανοιχτοπρασινο γυαλιστερο χρωμα. Αν εμεναν πολυ ομως ωρα
αρχιζαν και ασπριζαν και σαπιζαν και βρωμαγαν πολυ. Ετσι το Σαββατοβραδο μια
μυρωδια σαπιας θαλασσας ειχε καλυψει ολη τη πολη.
Κολλαγαν στις ροδες των αυτοκινήτων κι ετσι εφταναν ως το
μεσα της πολης εκει που η νυχτα ηθελε να σε κανει δικο της για δυο τρεις ωρες ή
οσο αντεχες. Οσο περισσοτερο ηθελες επερνες απ' το σημερα αλλα θα το χρωσταγες
αυριο στο ακεραιο.
Σταθηκα σε μιαν ακρη και χαζευα την αγωνια των ξενων να
ξεχασουν που ειναι και να δειξουν ωραιοι και διαφορετικοι. Και τις φιλοτιμες
προσπαθειες των κοριτσιων να τους πεισουν οτι ετσι ειναι. Με ειχε κουρασει το
θεαμα και το πιοτο σημερα δε με 'πιανε με τιποτα.
Εφυγα. Πηγα σ' ενα κινεζικο. Κατι αλλαζε σιγα σιγα στον
αερα. Μια αλλη πυκνοτητα.
Στο δρομο, καποιους, οσοι ητανε τυχεροι να 'χουν φιλους,
τους μαζευαν απ' τα πεζοδρομια. Ητανε τοσο χυμα ετσι που τα χερια τους
κρεμοντουσαν δεξια κι αριστερα και κουνιοντουσαν οπως νάναι.
Μπηκα μεσα για να τους δω να σωριαζονται απ΄τα σκαμπω σα
καποιος να τους εκλεινε ξαφνικα ενα διακοπτη. Επεφταν κατω σα τις μυγες.
Κοριτσια σωριασμενα κατω απο τραπεζια με τα ποδια τους σε αφυσικες στασεις και
τα κεφαλια γερμενα μπροστα. Φουστες και μπλουζες σηκωμενες που κανεις δε
νοιαζοτανε να κατεβασει αλλα κα κανεις δεν εδινε σημασια σε αφαλους και μπουτια
γυμνα. Αγορια στηριγμενα στο μπαρ, αν τ' ακουμπουσες θα γινοντουσαν κομματακια.
Βρηκα μια καπως πιο νηφαλια να καπνιζει στο μπαρ. Ουτε
που ειδα πως ητανε το προσωπο της. Το μονο που μ' ενοιαζε ηταν οτι στεκοτανε
στα ποδια της. Τι ρωτησα τι εγινε. Καυγας? Ναρκωτικα? Τι στο κερατο ειχε φερει
τα Γομορα σ' αυτη τη τρυπα.
Μου ειπε οτι ολοι λεγανε οτι ητανε τα φυκια. Η ζωη του
ωκεανου που φερνανε. Σε ολα τα μπαρ σιγα σιγα το ιδιο γινοτανε. Πολλοι, παρα
πολλοι σωριαζοντουσαν χαμω σα σακια. Καποιοι, οχι ολοι. Μα πολλοι.
Εκανα να φυγω. Ουτε το προσεξε. Συνεχισε να μιλαει.
Προχωραγα και την ακουγα να μιλαει μονη της. Μολις ειχα απομακρυνθει και
σταματησα να την ακουω γυρισα να δω. Λιωμα πανω στο μπαρ με τα χερια λυμενα.
Λιγα δευτερολεπτα πριν συναντησει τους αλλους στη χωρα
που τα δεντρα ηταν φυκια.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ψηλά τακούνια
Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008
17:01
Εγω την ειχα δει και χωρις ψηλα τακουνια κι ετσι μπορουσα
να εκτιμησω τον αντικατοπτρισμο που την εκρυβε. Αλλα περα απ' αυτο, ο
υπολογισμος που κατειχε αυτο το πλασμα πυκνωνε τον αερα γυρω της με αμηχανια
και ανεξηγητη για τον ανυποψιαστο βαρεμαρα.
Οταν την ειδα με τον Ελληνα αγκαζε στο εμπορικο
φανταστηκα τη κλασσικη διαδρομη.
Ενα χρυσαφικο οχι ιδιαιτερα μεγαλης αξιας - μη μας πουνε
ντε και μαλακες, ενα στεκι βεριγουελνταν ή μια μακαροναδα και μετα ξενοδοχειο.
Μετα ο Ελληνας θα καπνιζε μπροστα στο παραθυρο για ωρες,
ενω αυτη θα κοιμοταν διπλωνοντας το κορμι της σα μπαλα μην εχοντας τη προστασια
των ψηλων τακουνιων της. Και το κομπιουτερακι που'κρυβε στο κεφαλακι της
τριπαρισμενο.
Ελα ομως που ετσι που ηρθαν και καθισαν διπλα μου
μπορουσα ν΄ακουω τις κουβεντες τους ακομα κι αν δεν το ηθελα, πραγμα που δεν
ισχυε στη περιπτωση μου.
Ο δικος μας της μιλαγε για καραβια, τι δυνατο σκαρι που
ηταν ο Αδαμας, τι καλοταξιδος ο Παντοκρατορας και τι σκυλοπνιχτης ο Νικολας.
Εμενα ομως, που η πιστη στη γραφικοτητα των ναυτικων με
ειχε εγκαταλειψει προ πολλου απο τοτε κιολας που ειχα δει κεινο τον πρωτο στη
Γιοκοχαμα να κυνηγαει τη Φιλιπινεζα μες στο μπαρ με το πουτσο στο χερι καθως
και αλλες λεβεντιες και σπασιματα, οι κουβεντες αυτες αλλα μου ελεγαν.
Μιλαμε γι αυτα για να μη μιλησουμε γι αλλα.
Τα αλλα 'ντ άλλων ειναι η καλυτερη διεξοδος απο το θυμηση
της μιας γυναικας και το βαρος της απιστιας. Με λιγη καπηλεία απο σκεψεις
ασχετες και δανεικα μεγαλεια ηταν οτι πρεπει για να βαλουμε λιγο χρυσοσκονη στο
ναυαγιο που ηδη βιωνοταν εσωτερικα. Δυο υπολογιστες απεναντι ο ενας στον αλλο.
Ο καθενας για τους λογους του, που απο μια αλλη γωνια λιγο παραξενη, εμοιαζαν
κιολας. Χωριζαν κι ανετεμναν ζητωντας μονο να γλυτωσουν προσωρινα, να βγαλουν
αυτη τη νυχτα. Οπως οπως.
Ανθρωπινο. Πολυ ανθρωπινο. Θεμιτο κι αθεμιτο μπερδευονταν
κι ελισσονταν μεταξυ του λαθους και της αναγκης.
Οχι τυψεις δικε μου, τουλαχιστον οχι σε μενα.
Στα ματια μου εισαι ηδη μπροστα σ' ενα παραθυρο οπου θα
καπνιζεις ολη τη νυχτα παραφορα απελπισμενος.
Που και που θα γυριζεις να κοιτας ενα κορμι σα μπαλα και
θα σκεφτεσαι ποσο διαφορετικο ειναι χωρις τα ψηλα τακουνια, ποσο πιο γνωριμο,
ποσο πιο μακρια μεσα στην αληθεια του.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Σε υπηρεσία
Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008
15:41
Τον εκοψα αμεσως μολις μπηκα
στο μπαρ.
Η σταση του σωματος εδειχνε
ανθρωπο που δεν ειχε χορτασει το σεξ.
Αυτοι ειναι η χειροτερη
παρεα. Νευρικοι και γλοιωδεις.
Ετσι, εκανα οτι δεν καταλαβα
οτι ειναι Ελληνας και προχωρησα προς τη μπαρα για μια παρτιδα γκολφ με το παλιο
μου Nokia.
Ακουσα μια δυνατη καλησπερα
μολις ειχα σχεδον φτασει. Φτου γαμω το κερατο μου μεσα, σκεφτηκα. Με ειδε ο
πουστης.
Ελα ρε, Ελληνας εισαι,
ρωτησε.
Ελα ρε, που το καταλαβες,
σκεφτηκα.
Ενα επειγοντως ηταν χαραγμενο
στα ματια του που κοιταζαν γυρω να συλλαβουν τα παραμικρο. Ενα γεματο κωλο. Μια
στιγμιαια λαμψη ελαχιστης γυμνης σαρκας. Ποδι. Χερι. Πλατη. Λαιμο.
Τα ιδια με ρωτησε οπως ολοι
του σιναφιου του. Που θα βρει να πηδηξει, και πως δουλευουνε τα κολπα δω περα.
Του ειπα οτι ειμαι με τη γυναικα μου εδω και οτι δε μπορω να το κουνησω ρουπι,
δεν ηξερα τιποτα τι παιζοτανε.
Με κοιταξε δυσπιστα αλλα και
ευνουχος θα μπορουσα να του εχω πει οτι ειμαι για να γλυτωσω τις ηλιθιες
κουβεντες.
Αρχισε να μου λεει τα
κατορθωματα του στη Νοτια Κινα, στο Ντουμπαι και δε ξερω γω που αλλου ειχε
καμαρι οτι ειχε βγαλει τα ματια του.
Ευτυχως χτυπησε το κινητο και
με απροσμενη ακομα και για μενα ευγενεια του ζητησα συγνωμη και πηγα παραπερα
να μιλησω. Ακομα μιλωντας στο τηλεφωνο τον χαιρετησα απο μακρια κι εφυγα γι
αλλου.
Στο επομενο, αφοσιωμενος στη
παρτιδα μου - μια λιμνη, δασος, λοφος, η τρυπα χιλιεςδιακοσιες γιαρδες μακρια -
μου την επεσε μια ξεμπαρκη. Μονο το αρωμα της μπορεσα να εμπεδωσω και δε μου
ελεγε τιποτα. Χωρις να τη κοιταξω καλα καλα της ειπα οτι στο ταδε μπαρ ητανε ο
φιλος μου ο Μιχαλης, ειχε γκριζα μαλλια, καρω πουκαμισο, επαιζε κομπολοι κι
επινε Τσιβας. Να παει να τονε βρει και θα περναγε καλα. Δοκιμασε λιγο τ'ονομα
στη γλωσσα της μικαλι, μικαλι μαζεψε τη τσαντα της απο το σκαμπω διπλα κι
εφυγε.
Ειχα βγαλει ηδη τρεις πιστες
και δυο σκετες βοτκες οταν με την ακρη του ματιου μου ειδα απ' εξω να περναει
ενα ζευγαρι. Τη κραταγε γερα απο τη μεση μην του φυγει.
Εκανα την καλη μου πραξη και
σημερα, σκεφτηκα, κι αυτο που της εδινε αξια ηταν η αδιαφορια μου απεναντι της.
Ετσι πρεπει. Oταν κανεις το καλο να μη σκεφτεσαι
ποσο καλος εισαι, απλα να εισαι φυσικος και απλος. Κι εγω ετσι ημουνα.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τυχαία συνάντηση
Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008
18:03
Καποτε ειχα περασει τυχαια εξω απο τη βιτρινα της και οι
πινακες που ειχα δει μου ειχαν αρεσει.
Περασε λιγος καιρος και περπατωντας ασκοπα μεσα σ' ενα
ψιλοβροχο που εκανε κατα τι πιο υποφερτη την χαμηλοτονη διαθεση μου ξανασταθηκα
μπροστα της. Ενα αντιγραφο Βαν Γκονγκ με καρφωσε εκει στο βρεγμενο πεζοδρομιο.
Ηταν αυτη η αυτοπροσωπογραφια με το κομμενο αυτι. Ματια εντατικα και αδεια. Η
απελπισια δε μπορει να γεμισει τιποτα.
Μπηκα μεσα. Με υποδεχτηκε με μια μικρη υποκλιση.
Χαμογελασα και της εδειξα τον πινακα. Τον εφερε και τον ακουμπησε σε μια
καρεκλα. Εδειχνε ακομα καλυτερος. Τη ρωτησα αν ειχε και αλλους.
Με κατεβασε στο υπογειο αναβοντας ενα φως στα μισα της
σκαλας.
Ηταν ενας μεγαλος χωρος, εκατο εκατοπενηντα τετραγωνικα.
Τοιχοι και κολωνες ηταν γεματοι απο πινακες του Βαν Γκονγκ, μερικοι σε τρια και
τεσσερα αντιγραφα. Τη ρωτησα γιατι ειχε τοσα πολλα. Μου ειπε οτι παλιοτερα
εκανε αντιγραφα κι απο αλλους ζωγραφους. Αλλα καποια στιγμη επιασε τον Βαν
Γκονγκ. Τοτε σιγα σιγα οι αλλοι εκτοπιστηκαν απο μεσα της. Δεν ειχε χωρο γι
αυτους, ολη η ενεργεια της δινοταν στην αντιγραφη των δικων του εργων. Για τεσσερα
χρονια αφοσιωθηκε τελειως σ' αυτον. Απο μια συλλογη που της εφερε ενας φιλος
της αρχισε να ζωγραφιζει ενα ενα τα εργα του ακολουθωντας τη χρονολογικη τους
σειρα. Εφτασε μεχρις τον πινακα που ειχα δει επανω. Εκει σταματησε.
Μια σιωπη απλωθηκε για λιγο .
Την αντιμετωπισα γυρνωντας το κεφαλι προς τους πινακες.
Περπατησα μεσα στο χωρο που ηταν σιωπηλος αλλα σαν ενας στατικος ηλεκτρισμος να
ειχε κολλησει εδω κι εκει. Διαλεξα δυο πινακες , την εναστρη νυχτα και την
ανθισμενη ροδακινια.
Πανω, πηγα να παρω και τον πινακα με το κομμενο αυτι αλλα
με σταματησε κουνωντας το κεφαλι της αρνητικα. Δεν ηταν για πουλημα.
Ενα μουδιασμα. Βγαινοντας με τους δυο πινακες υπο μαλλης
σταθηκα για ελαχιστο μπροστα στη βιτρινα της και κοιταξα μεσα.
Κοιτουσε τον πινακα ακινητη. Με το δεξι της χερι κρατουσε
το δεξι της αυτι.
Η σιγανη βροχη συνεχιζε. Φυσικα.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Κερασμένα 'πο μένα
Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008
17:05
Αυτο που με τραβηξε να μπω ηταν οι πεταλουδες απο νεον
στη μαρκιζα και κυριως αυτη η κατω κατω που τρεμοσβηνε.
Τα ποτα ηταν χαλια, η μπυρα ζεστη και η μουσικη σα ροζ
ζαχαρη, μπαγιατικη, κρουσταλιασμενη.
Οτι μισουσα. Το τελευταιο που θα μπορουσα ν' ανεχτω. Το
λαστιχο της αντοχης μου ομως δεν ειναι αυτο που ηταν.
Η Μπέιμπε καθοταν στην αλλη ακρη του μπαρ, μας χωριζαν
τρια μετρα, ενας Νορβηγος κι ενας απο το Καναδα, Καναδος.
Δεν θα' ταν ισως ουτε δεκαπεντε, την ειχαν να καθαριζει
το μπαρ μεχρι να μαθει την καθολου ασκοπη τεχνη να λεει ψεμματα και να δεχεται
αυτα των αλλων χαμογελωντας και συγκατανευοντας. Προς το παρον ετρεμε μολις
καποιος πλησιαζε την ακρη απο τον ασπρο φραμπαλα της κοντυτερα απο τα δυο
μετρα.
Αρχισα να τη κερναω πορτοκαλαδες απο την αλλη ακρη. Στη
τριτη χαμογελασε κι οταν στην εκτη γυρισε και με κοιταξε κανονικα με ολο της το
προσωπο εκανα μια συμφωνια με τη μαμα σα.
Θα της εφερνα βιβλια. Μολις τελειωνε ενα θα μου
τηλεφωνουσαν και θα πηγαινα εκει. Αυτη θα'γραφε μπροστα μου τη περιληψη στα
Κινεζικα, οτι καταλαβαινε. Εγω θα την επαιρνα και θα την εδινα για μεταφραση.
Αν ηταν σωστη θα της εδινα πενηντα γιουαν, για καθε βιβλιο. Γελασαμε, αλλη μια
κοκακολα και την αλλη μερα της πηγα το Μυστικο Κηπο. Εκδοση απλουστευμενη,
τριανταδυο σελιδες. Την αλλη μερα μου τηλεφωνησαν. Πηγα. Σωστα. Χαμογελασα.
Πενηντα γιουαν και ειχα κι ετοιμο τον Ολιβερ Τουιστ. Παει κι αυτος την παραλλη.
Ροβινσωνας Κρουσος. Πητερ Παν. Μικρες Κυριες. Χάιντι. Φτασαμε στον Τομ Σωγιερ.
Μια φορα μου χαμογελασε με τοσο φωτεινα ματια που δε κοιμηθηκα.
Κατι εγινε. Πηγα σε μια αλλη πολη κατι να δω. Μετα δυο
βδομαδες ξαναπερασα.
Καθοταν στους καναπεδες με δυο αλλες και τρεις
Γιαπωνεζους.
Στον αλλο καναπε στην ακρη ενας τσαλακωμενος μεχρι τη
μεση Τομ Σωγιερ.
Ηπια τη μιση απο τη χλιαρη μου μπυρα, πεντε λεπτα, εφυγα.
Περπαταγα και εκανα οτι δε μ' ενοιαζε.
Χτυπησε το κινητο. Δεν απαντησα.
Δε ξαναπατησα.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Το φεγγάρι δε μπορεί να σ'
ακούσει
Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008
16:54
Lilly Bigface. Ετσι την ειχα σωσει στο κινητο να τη θυμαμαι και να τη ξεχωριζω απο τις
δεκατρεις Λιλες που ειχα μεχρι τωρα. Δεκατρεις Λιλες, δεκατρεις χυμοι πορτοκαλι
στα Σταρμπακς, εικοσιπεντε γιουαν ο χυμος, μας κανουν συνολο τρακοσαεικοσιπεντε
γιουαν, πες χοντρα χοντρα τριανταδυο ευρω. Τσαμπα πραμα μπροστα στην
χαζοχαρουμενη ανια που γεμισανε τον πανάχρηστο ελευθερο χρονο μου με τα
χαμογελακια τους. Λιγο εξτρα βιταμινη C στη χλιαρη νεοτητα τους δεν ηταν ουτε για καλο ουτε για κακο. Κανενος.
Αλλά ιναφ ιζ ιναφ, άλλα πορτοκαλια δε καθομαι να στυβω
για κανενα.
Τη Lilly Bigface ομως τη θυμομουνα
περισσοτερο. Ισως ητανε επειδη ειχε πραγματι ενα προσωπο σα φεγγαρι οπως
ξεπροβαλλει απο τον Υμητο κατι καλοκαιρινα βραδυα. Ισως επειδη μου 'ρθε
μεσημεριατικα με γκρι ταγερακι και μετα δεκα λεπτα εκλαιγε πανω απο το χυμο της
επειδη ο Μαρκ την ειχε κοπανησει για Αυστραλια χωρις να της πει τιποτα. Εγω
βεβαια σκεφτομουνα "και τι ηθελες δηλαδη να σου πει? παω Αυστραλια?"
αν καποιος αποφασιζει να παει Αυστραλια, δεν εχει να πει τιποτε, η Αυστραλια
ειναι το μερος που πας οταν ηδη δεν εχεις να πεις τιποτε. Δεν ξερω αν με καταλαβες
τι σου λεω.
Αυτα ηταν ολα κι ολα, και μπορω να πω οτι περισσοτερο
σκεφτομουνα το Μαρκ και τη παλαβη αποφαση του παρα τη Lilly Bigface και τα ρηχα της δακρυα.
Μεχρι που χτες το βραδυ τη ξαναειδα. Επαιζα γκολφ στο
κινητο ακουμπισμενος στο μπαρ οταν ειδα ενα προσωπο σαν εφηβο φεγγαρι να
ξεπροβαλλει πανω απο τη ψηλη ραχη ενος καναπε. Μετα απο λιγο μετακινηθηκα
καναδυο σκαμπω για να δω οτι ηταν με τον Κλωντ, ενα Γαλλο με γκριζα μαλλια μονο
πισω, απο τις καινουριες αφιξεις στη πολη. Μιλουσε ο Κλωντ, και μιλουσε και της
μιλουσε ασταματητα. Ειχε φτιαχτει ο ανθρωπος να της μιλαει. Κι αυτη του
προσφερε το υψιστο δωρο. Τον ακουγε. Πηγαιναν κι ερχονταν τα μπακαρντια και τα
μπέιλις, κι αδειαζε ο Κλωντ τα μεσα του, και τρελαινοταν στην ιδεα οτι βρηκε
επιτελους καποια να τον ακουει εδω στη συγκλιση του πουθενα.
Τι να της ελεγε? Για το χωριο του στη Γαλλια, για τη μανα
του, για τους φιλους του, για τη συλλογη του απο δισκους, για τη μοτοσυκλετα
του που του'χε λειψει. Τα ιδια.
Και μενα μου λειπει ο μαλακας ο γατος μου, ρε Κλωντ. Δε
καθομαι να σκουζω στο φεγγαρι, κι ας ειναι απο προσωπο.
Αν ηξερα? Και βεβαια ηξερα. Θα 'λεγε και θα 'λεγε για
κατι μερες κοιτωντας το φεγγαρι της. Μετα θα στερευε. Δε θα 'χε αλλο, δε θα 'χε
τιποτα καινουριο να πει. Και μην εχοντας τιποτα να πει θα 'φευγε για Αυστραλια.
Να πα να βρει το Μαρκ. Ισως μεταξυ τους να'χανε κατι να πουνε. Για συλλογες
δισκων, και μοτοσυκλετες, ακομα και για γατες. Γιατι αν περιμενες απ' τα
φεγγαρια ... σωθηκες.
Ξαναγυρισα στο γκολφ του κινητου. Η επομενη πιστα που μου
βγηκε ητανε δυσκολη. Επρεπε να περασω το μπαλακι πανω απο δυο λιμνες.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Το δίλημα του Αντρέα
Τρίτη, 10 Ιουνίου 2008
17:46
Το καλύτερο όλων ειναι να εισαι μονος μα οχι εντελως
μονος.
Κατι τετοια σκεφτοταν ο Αντρεας, παλιος ποδοσφαιριστης
του Περαμα'ι'κου, στο μπαρ του ξενοδοχειου, κοιτωντας τα μπουκαλια απεναντι και
διερωτωμενος να παρει μαυρο ή κοκκινο το Τζονι του για να κανει και λιγο
οικονομια.
Πηρε κοκκινο κι αμεσως το μετανιωσε αλλα κατι "να
σου πω, να σου πω" η Κινεζα που εβαζε τα ποτα δεν τα'πιασε οποτε κι αυτος
συμβιβαστηκε με τον αρχικο του συμβιβασμο.
Απο τοτε που ειχε κλεισει το Μηχανουργειο του στο Περαμα,
επαιρνε δουλειες συνηθως στη Κινα, καλοπληρωμενες οι δουλειες και οι κοπελες
χαμογελαστουλες ητανε κι οχι σαν τα ξυλαγγουρα τα Ουκρανα που μονο τουπε και
τιποτ' αλλο.
Πηξιμο ομως ρε παιδι μου.
Τιποτα δεν καταλαβαιναν, οτι και να τους ελεγε αυτες μονο
ή γελαγανε ή τον πλακωνανε στα "Άι νόου, άι νόου" και αναθεμα αν
ειχανε καταλαβει Χριστο.
Βεβαια τη μοστραρε τη δικια του οταν βγαινανε με τους
αλλους Ελληνες να φανε κανα στεκι καλοψημενο και βεριγουελντάν, ητανε η πιο
ομορφη, ητανε και η πρωτη τραγουδιστρια στο καραοκι που πηγαινανε.
Στο καραβι στα γευματα και στο καφε ολο γι αυτες λεγανε,
ποια εκανε καλυτερα το ενα και ποια το αλλο, ποια τα μασαγε και ποια ητανε πιο
χαιβανι και πιστευε ακομα στο παλικαρι απο το Σιλα* που θα τη παρει.
Ο Αντρεας δε μιλαγε και τοσο πολυ γι αυτα, ελεγε μονο οτι
η δικια του ητανε αστερι αλλα δεν το εκανε πιο κλαριφάι το πραμα. Οι αλλοι
νομιζανε οτι την ειχε δαγκωσει.
Δεν ητανε ετσι ομως, κι αυτος αμεσως μετα τη μαχη τους το
καταλαβαινε. Ειχε βαρεθει, ειχε μπουχτισει, και τα χαμογελα και την
ασυνεννοησια με την Μιν Μιν και τις μαγκιες και τα κοκορεματα στη δεσπετζα.
Θυμοτανε τα παιχνιδια του Περαμαικου, την Αγγελα στην
εξεδρα να του κουναει το χερι και να τονε καμαρωνει, κι ολη την εξεδρα να τονε
ζηλευει για την Αγγελα του. Τοτε ητανε ολα ξεκαθαρα και στρειτ και ωραια ρε
γαμωτο, το ποδοσφαιρο, η δουλεια, η Αγγελα.
Τωρα εκει, να μην εχει τα κουραγια ν' ανεβει πανω στο
δωματιο που ητανε αραχτη η Μιν Μιν, να μην εχει τα κουραγια να παρει τα
τηλεφωνα που επρεπε, μονο να παιζει με το μαυρο και το κοκκινο και ν'
αναρωτιεται τι ειναι καλυτερο απ' ολα, να ειναι με αλλους, να ειναι λιγο μονος,
πολυ μονος ή τελείως τελείως μονος του?
*Σιλά ειναι το ονομα της Ελλαδας στα Κινεζικα
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Η κόρη του Τσάνγκ
Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008
16:04
Ο Διαμαντης ειχε πλακουτσωτη μυτη και μια ψιλη φωνη που
εκανε συνεχεια κοκορακια ειτε μιλαγε σοβαρα ειτε οχι. Δε μπορουσες να παρεις
στα σοβαρα τιποτα πανω του, μονο πλαγια μπορουσες να τον κοιταξεις γιατι
ντρεποσουνα ετσι οπως το ματι σου εστιαζοταν πανω στη μυτη του και μολις αρχιζε
να μιλαει τοτε ελεγες "τωρα δεσαμε!".
Φυσικα και ηταν καλο παιδι, και οσο ηταν στο μικρο νησι
του, ολοι τον αγαπαγαν και μια φιλικη συμπαθεια ειχε καλυψει τις ιδιαιτεροτητες
του. Οταν πηγε ομως στην Αθηνα στα ΤΕΙ αρχισαν τα δυσκολα. Ξεφευγοντας απο το
θερμοκηπιο των συγχωριανων επεσε μεσα σε μια σκληρη πραγματικοτητα. Διαφοροι
εξυπνακηδες και με χάι σκορ στα χοντρα πειραγματα του την επεσαν ασχημα, ο
Διαμαντης τα χρειαστηκε, ετσι οπως βρεθηκε αντιμετωπος με τοση κοροιδια και
απορριψη. Με τις κοπελλες, αστα καλυτερα. Στα δυο χρονια που αντεξε να μεινει
στη σχολη, μολις που τολμησε να πει σε μια κοπελια απο την Αμφιλοχια να πανε
μαζι σινεμα αλλα εισεπραξε ενα μεγαλοπρεπο "δε μπορω εχω να κανω
χαλαουα" και το βουλωσε το ιδιο μεγαλοπρεπα. Γιατι δοκιμασε μ'αυτην? Ετσι,
μια φορα που ηταν στριμωγμενοι στο λεωφορειο πηγαινοντας το πρωι στη σχολη αυτη
τον παρακαλεσε να της χτυπησει το εισιτηριο, και μολις αυτος το εκανε, αυτη του
χαμογελασε και του ειπε ευχαριστω. Ολη τη μερα την εψαχνε στη σχολη, την ειδε
οτι ητανε στα Δομικα και ξεροσταλιαξε καμια βδομαδα εξω απο τα μαθηματα της
μεχρι να της κανει τη περιβοητη προταση και μαθει οτι εκτος απο τα Δομικα εκανε
και αποτριχωση.
Αφου εμεινε ερωτευμενος μαζι της κανα διμηνο, η κοπελια
τον καταλαβε και αρχισε να πηγαινει και να ερχεται με ταξι σπιτι της, το
αποφασισε.
Αφου ενα βραδυ καθησε και ηπιε πεντε καραφακια ουζο στη
πλατεια του Αγιου Παντελεήμονα, με ενα συγχωριανο του που ηταν στο Πολεμικο
Ναυτικο και πηγε να τονε δει σε μια εξοδο του να τα πουνε, εκει μεσα σε
αναμνησεις και κατι ψιλοδακρυα που στεγνωσανε γρηγορα ειπε οτι θα παει να γινει
ναυτικος.
Τοπε και τοκανε και δεν ητανε μονο τα ουζα ουτε η
μαλακισμενη που δεν τουδωσε σημασια, αλλα τονιωθε οτι δεν ητανε ζωη αυτη και
επρεπε κατι να κανει. Το νησιωτικο αιμα και η θαλασσα τον καλεσε και αυτος ειπε
"μεσα ειμαι".
Και δεν ειναι ωρα να πουμε τι μεσολαβησε μεχρι εκεινο το
απογευμα που πηγε ν'αγορασει πειρατικα dvd σε κεινο το μαγαζι στο Γκουανκξου.
Η Ταν Ταν ειχε τοσο μικρα ματια που το φως ελεγες μπαινει
μεσα τους σε ριπες και που οταν χαμογελαγε, και το εκανε συχνα, γινοντουσαν δυο
πολυ λεπτες γραμμουλες πραγμα που σ'εκανε να ευχεσαι να μην το κανει οταν ητανε
στο δρομο σε κινηση γιατι ειναι αμφιβολο αν μπορουσε να δει ολα τα αυτοκινητα ή
το ποσο μεγαλα ηταν.
Του χαμογελασε απο την αλλη ακρη του παγκου με τα dvd και ο Διαμαντης ξαφνιασμενος απο αυτο το δωρο, ζαλιστηκε
λιγο και του 'πεσε το Matrix 3 (στην Ελλαδα ουτε καν στο σινεμα ειχε παιχτει) απο τα χερια. Ετρεξε η
Ταν Ταν κοντα του να τον βοηθησει, και κει τα κουτσοειπανε με τα αγγλικουλια
της συμφορας που ξερανε. Το καραβι εμεινε κει δυο βδομαδες, Ο Διαμαντης πηγαινε
καθε μερα πετωντας και καθοτανε και διαλεγε dvd με τις ωρες και κρυφοκοιταγε την Ταν Ταν που δεν ειχε
σταματησει στιγμη να του χαμογελαει. Την εβδομη μερα της το προτεινε, να πανε
μαζι σινεμα, και αυτη δεχτηκε.
Ειδανε το Τιτανικο, και μεθυσμενος απο ευτυχια ετσι οπως
καθοταν πρωτη φορα διπλα σε κοπελα της επιασε το χερι. Η Ταν Ταν δεν επαψε να
χαμογελαει ακομα και τοτε και ο Διαμαντης ενιωσε να λιωνει στο καθισμα του.
Απο τοτε βγαινανε καθε μερα μαζι. Οτι κι αν ελεγε, οτι κι
αν εκανε αυτης της αρεσε και ο Διαμαντης ενιωθε να φουσκωνει απο εντελως
καινουρια συναισθηματα αποδοχης που μεχρι τοτε ητανε γι αυτον terra ingognita.
Την πεμπτη μερα που βγηκανε τηλεφωνησε στη μανα του στο
νησι οτι παντρευεται μια πολυ καλη κοπελα απο τη Κινα και οτι θα την εφερνε
μαζι του σε τρεις μηνες που θα επαναπατριζοταν. Ακουσε τη μανα του μεσα απο
λυγμους που δε μπορουσε να τους σταματησει να του λεει "Να μου ζησεις
παιδακι μου".
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Μαρίνα made in China
Τετάρτη, 16
Απριλίου 2008
22:01
Ειχε
τριχες στις μασχαλες αλλα ενα προσωπο σαν αλαβαστρο.
Η
αθωοτητα με την οποια ειχε χρησιμοποιησει το μεικ απ την εκανε ακομα πιο
ομορφη, μ'ενα τροπο που μονο ξαναμμενοι ναυτικοι θα καταλαβαιναν. Και θα 'χαν
δικιο.
Μαρινα.
Ποιος
σου'δωσε αυτο τ'ονομα Μαρινα;
Πανα'ι'οτις.
Οκ,
καποιος Παναγιωτης περασε απο δω.
Μαλλον
και τα χρυσα της σκουλαρικια δικο του εργο θα ειναι.
Ανοιξε
εικοσι μπυρες με τα δοντια της και τις ηπιαμε μαζι.
Καποια
στιγμη τις εφυγε ενα κομματακι απο καποιο δοντι, το 'πιασε απ' τη γλωσσα της
και μου το χαρισε χαμογελωντας.
Γεια σου Παναγιωτη, οπου και να' σαι.
Η Μαρινα
εμαθε να χτυπαει παλαμακια, να λεει "καλισπελα" και "εισαι στις
ομοφιες σημελα".
Ισως και
κατι παραπανω.
Γιατι
οταν τις εδωσα το χερι - τι μου 'ρθε;- για καληνυχτα μου ειπε κοιτωντας με ισια
στα ματια:
Να προσεχεις ...
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Έτσι ... γιά κάτι ελάχιστο
Κυριακή,23Μαρτίου2008
09:28
Έτσι γιά κάτι ελάχιστο που μήτε το
έλαβα ποτέ
Μιά λάμψη έστω
Κυριολεχτικά πουλήθηκα
Ο
Ειρηνικος τραβιεται προς το κεντρο του αφηνοντας τεραστιες εκτασεις λασπης σαν
ενα γιγαντιο περιβολι οπου θαλλουν οστρακα, αστεριες και σποροι αχιβαδας.
Ο τροπος που το νερο υποκλινεται στη
βαρυτητα θα το γλυτωσει
Α, σε καποια πραγματα δε μπορεις να
πας κοντρα.
Αυτα σκεφτοταν ποδηλατωντας στη
προκυμαια η Παμ Παμ που οι γονεις της την ονομασαν ετσι γιατι γεννηθηκε
μεσανυχτα κι ετσι πηρε το ονομα της ησυχιας.
Κι αυτο το ονομα εγινε ενα βαρος,
ενα αδιακοπο διπολο αποδοχης απορριψης της.
Ησυχια
στο μικρο διαμερισμα που ζουσε μονη της,
κουβεντα ασταματητη μολις
συναντουσε καποιον που αξιζε τα λογια της.
Περπατουσε αρκετα σαν αγορι και
καποιες κινησεις της ηταν κι αυτες αγοριστικες, σκεφτομουνα οτι περασε μεσα της
αυτο καθως σαν μοναχοπαιδι παλευε να ειναι και τα δυο για τους γονεις της.
Ετσι
σμιλευε βαθεια μεσα της τη δυναμη της, την ηρεμη δυναμη της ησυχιας που ηταν το
ονειρο και ο φοβος της.
Θελω
απλως μια ηρεμη, κανονικη ζωη, χωρις τιποτα ιδιαιτερο μ'ενα Κινεζο που θα γινει
ο αντρας μου και πατερας του παιδιου μου. Τιποτα ιδιαιτερο, τιποτα σπουδαιο και
θα ζουμε στο σπιτι μας.
Η φλογα στα ματια που δεν
κρυβεται ομως, ενα ξαφνικο χοροπηδηχτο που εβγαινε απο μεσα της καθε εφτα-οχτω
βηματα (τοσο μονο μπορουσε να το κρατησει μεσα της) φωναζαν αλλα.
Πως;
Γιατι;Αφου εγω μονο αυτο θελω.
Πως κι
εγινε η ερωτικη εμμονη ενος παντρεμενου Κινεζου απο τους πιο δυνατους της
πολης; Ειχε σπασει τα αυτοκινητα καποιων που βγηκαν μαζι της και αλλους τους
ειχε απειλησει, κανεις δεν επρεπε να τη πλησιαζει ειχε διαδοσει.
Η ησυχια
της ειχε γινει κομματια, κι αυτο ειχε γινει μεσα στη πιο κρυφη γωνια του μυαλου
της.
Ετσι
εβλεπε τα αιωνια νερα να τραβιουνται και να ερχονται ελπιζοντας κι αυτη σ'ενα
φεγγαρι να τα απομακρυνει απο τη πλημμυρισμενη καρδια της.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Ο πριγκηπας της Κινας
Κυριακή, 24
Φεβρουαρίου 2008
17:21
Δεν θα μου'βγαινε σε καλο αυτη η
εμμονη μου με τα καβουρια και το ηξερα καλα. Απλα δεν ηξερα ποτε θα'ταν αυτη η
ωρα.
Ηταν Κινεζος, εφερνε προμηθειες σε
πλοια και ηθελε να τον φωναζουν Κινγκ. Εγω του το ξεκοψα απο την αρχη
"Κινγκ αποκλειεται να σε πω ποτε. Νο γουέι. Εγω τους κινγκ δε τους παω.
Αμα θες να σε λεω Πρινς και πολυ σου ειναι". Και απο τοτε του'μεινε και
τονε λεγαμε ολοι Πρινς.
Ηθελε να μου κανει το τραπεζι, να με
καλοπιασει για να με "δαγκωσει" αργοτερα. Τον ρωτησα ποιοι θα ειμαστε. Ηθελε να φερει και τη φιλεναδα του,
σου λεει η εταιρεια πληρωνει γιατι να μη κανω και το κομματι μου. Σωστος ο
Πρινς! Ετσι ειπα και γω να φερω τη γραμματεα μας, γιατι ητανε που ητανε βαρετος
-σα νορμαλ Κινεζος-αμα ειχε και το αισθημα απο διπλα, τη κατσαμε.
Μου λεει, τι φαι θες;
Καβουρια, του λεω.
Α σήφουντ, μου κανει.
Σήφουντ αλλα να'χει και καβουρια
μεσα, του λεω για να μη ξεχνιομαστε.
Οκ, οκ, μου λεει.
Θα σε δω, του λεω και κανονισαμε την
ωρα.
Οταν ειδα τη Κινεζα του καταλαβα οτι
δεν υπηρχε περιπτωση να μπει ποτε σε κανενα τουριστικο φυλλαδιο για τη Κινα,
αλλα επειδη αυτο ισχυει για τις περισσοτερες Κινεζες αυτη δεν την εκοβα ουτε
στο προσπεκτους της "Πρινς, Εφοδια Πλοιων" να μπαινει.
Το εστιατοριο ητανε σο-σο αλλα οι
πελατες στριβανε το κεφαλι και με κοιταγανε σα να βλεπανε τον Τσακυτσαν να
κοπαναει κοσμο, με ανοιχτο το στομα και χαζοχαμογελωντας. Θα το συνηθισεις
μεγαλε, ειπα απο μεσα μου.
Παραγγειλαμε τα θαλασσινα μας ΚΑΙ
καβουρια, αλλα δεν τα ειχα δει ολα.
Μας φερανε μια κατσαρολα με νερο στο
τραπεζι που στο κατω της μερος ειχε καρβουνα που καιγανε, το νερο σε λιγο θα
αρχιζε να βραζει.
Τι ειναι αυτο, ρωτησα.
Με το τυπικο αιωνιο κινεζικο
χαμογελο μου εξηγησαν οτι εμεις θα μαγειρευαμε επι τοπου πανω στο τραπεζι.
Με ζωσανε φιδια κινεζικα.
Που γινανε δρακοι στη συνεχεια οταν
μας φερανε ζωντανες γαριδες, χταποδια ΚΑΙ καβουρια να τα δολοφονησουμε επι
τοπου στο βραστο κινεζικο νερο.
Τη καταδικη μου μεσα, σκεφτηκα
χαμογελωντας για να μη δωσω στοχο και με πουνε και χεστη.
Εκει που τα ειδα ολα ηταν οταν
προσπαθουσαν να πιασουν τα χταποδακια που ειχαν την ατυχια να γεννηθουν στη
Βορειο Κινα με τα ξυλακια κι αυτα θελοντας να κρατηθουν σε μια ζωη εστω και
εστιατοριου πιανονταν απο το χειλος της πιατελας και γατζωνονταν και ειμαι
σιγουρος οτι τα ακουγα να κλαινε και να παρακαλανε φωναζοντας με ολη τη δυναμη
της χταποδισιας ψυχης τους οτι προτιμουσαν το κρυο νερο απο το βραστο.
Ο Πρινς και η δικια του ομως απονοι
και πεινασμενοι τα διακτινιζαν στο καφτο τιποτα.
Επικεντρωσα την προσοχη μου στη
σαλατα, στο κοκκινο κρασι και στη γραμματεα μας.
Ειχα διασπασει στα δυο τον εαυτο
μου, το ενα κομματι μου υποφερε για το δραμα των ατυχων μαλακίων και το αλλο
ξεστομιζε διαφορες μαλακίες να περασει η ωρα να φυγουμε μπας και προλαβω να βρω
κανα KFC ανοιχτο.
Ηταν
Μαρτιος οταν εγινε το τραπεζι, η παραγγελια για τα εφοδια του πλοιου σταλθηκε
με φαξ τον Ιουνιο αλλα το φαξ του Πρινς ηταν εκεινη τη στιγμη σιωπηλο σα μωρο
καβουρι.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Των Φώτων
Κρυο. Μειον οχτω. Φυσαει κιολας. Απο ωκεανο
μερια. Αν εισαι εξω σημαινει οτι κατι λαθος εχεις κανει. Οχι τωρα. Καποτε πριν.
Τωρα το πληρωνεις με το να σου παγωνει ο αερας το κεφαλι.
Ενας πλαστικος Άι Βασιλης μέιντ ιν
τσάινα φερνει γυρω γυρω κατω απο μια μαρκιζα με μπλε και κοκκινα νεον. Ο
δυστυχος ειναι κει απο τον Αυγουστο. Μαλλον τον μπερδεψαν με τη Goodyear και τη καλη χρονια. Μπαινω μεσα. Τι να κανω? Να παγωσω?
Καθεται πισω απο το παγκο και
κραταει μια θερμοφορα στα χερια. Ενα χαμογελο μισο καθως προσπαθω να τιναξω το
κρυο απο πανω μου. Μου προτεινει τη θερμοφορα.
Νο νιντ. Γκιβ μι ε κολντ μπιαρ, της
λεω
Σφιγγοντας καπως περισσοτερο τη
θερμοφορα σκυβει και βγαζει μια μπυρα. Ακουμπαει τη θερμοφορα στον παγκο και
ανοιγει τη μπυρα. Αυτο πρεπει να της στοιχισε πολυ γιατι ξανααρπαζει αμεσως τη
θερμοφορα και την ακουμπαει στη καρδια της. Βαζει τη μουσικη πιο δυνατα. Κατι
καραοκε που δεν υπαρχει ψυχη να τα τραγουδησει. Κοιταω την οθονη. Τωρα παιζει
το α’ι’σιτέρου μάι μπέιμπι, και μετα θα παιξει το λαβ
τσουνάμι. Μια
χαρα. Καλυτερα απο το κρυο εξω παντως.
Λεξη δε ξερει αγγλικα. Μονο το χαλόου αλλα δεν μπορεις και να περασεις
μια βραδυα χαιρετωντας. Ετσι αρχιζω και της σχεδιαζω καρδουλες και αλλα πανω
στις χαρτοπετσετες. Μου αρεσει που γελαει βαζοντας το χερι μπροστα στο στομα.
Πιο αγνη κι απο το θειο βρεφος. Σε λιγο παρασυρομαι και αρχιζω να της μιλαω.
Άι
ντοντ νόου, ειναι η
μονη απαντηση που παιρνω. Τα παραταω. Αισθανομαι σαν να προσγειωθηκα τωρα στο
κρυο πλανητη. Ειναι ομορφη παντως οταν γελαει.
Η θερμοφορα ζεσταινεται απο μπριζα.
Τεχνολογια αιχμης. Σκεφτομαι να της στειλω καποια μηνυματα σε κωδικοποιημενη
γλωσσα οπως εχουνε κανει κατι αστρονομοι που εχουνε στειλει ενα σι ντι στο
διαστημα με ολες τις βασικες γηινες γνωσεις και πληροφοριες. Δε χανω τιποτα να
δοκιμασω και που και που ο παγωμενος αερας ταρακουναει τη πορτα. Της φτιαχνω
ενα τριγωνο. Ορθογωνιο. Βαζω ονοματα στις πλευρες a, b, c. Γραφω a=3, b=4, c=? .Με κοιταει με τα ματια του θειου
βρεφους παλι. Της γραφω το τυπο. Μια αχνη λαμψη περναει απο τα ματια της. Κανει
την αντικατασταση. 5 μου γραφει. Πυθαγορα σ' ευχαριστω λεω μεσα μου και
σταυροκοπιεμαι.
Συνεχιζω. Αθροισμα γωνιων τριγωνου.
Περιφερεια κυκλου. Εμβαδον παραλληλογραμμου. Με λιγη βοηθεια τα βρισκει ολα.
Χαμογελαει διαπλατα ξεχνωντας να βαλει το χερι μπροστα. Θειε Ευκλειδη αθανατε
μια χαρα εισαι και στη Κινα. Περναει η μπογια σου. Στο εμβαδον τραπεζιου
δυσκολευεται. Με κοιταει λιγο ντροπιασμενα. Απλωνει το χερι να πιασει τη
θερμοφορα. Την ειχε ξεχασει τοση ωρα και ειναι κρυα τωρα. Ο αερας μαλλον εχει
σταματησει εξω. Πληρωνω.
Αυριο
θα συνεχισουμε με τα ομοια τριγωνα, της λεω. Ξερεις, τα ομοια τριγωνα
ειναι παντου ομοια.
Άι
ντοντ νόου, μου
λεει.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Χαμενος στη μεταφραση
Τρίτη, 19
Φεβρουαρίου 2008
17:27
O ανεμος που φυσαγε σηκωνε και
στροβιλιζε ναυλον σακουλες και χαρτια απο
ξεσκισμενα πυροτεχνηματα.
Οι δρομοι ηταν αδειοι. Οι φτωχοδιαβολοι να χουχουλιαζουνε
με τη γυναικουλα τους και CHTV5 και οι νεοπλουτοι της νεας
νομενκλατουρας και του Shanghai Stock Exchange να απολαμβανουν το περαστικο τους
μεγαλειο στα karaoke tv οπου ψηλες μογγολες ειχαν αναλαβει να τους αποδειξουν
ποσο μαγκες ειναι με καποιο μικρο ανταλλαγμα.
Εφτυσα, ξεχνωντας πως ο ανεμος ηταν κοντρα.
Σιχτιρισα τη τυχη μου, αυτο
ευτυχως χωρις συνεπειες.
Ακουσα κατι φωνες, κατι
γδουπους και καποιον να κλαιει και να παρακαλαει. Απο τη γλωσσα καταλαβα οτι
καποιος δυστυχος Γιαπωνεζος που η δικη του αναγκη και η διεστραμμενη διαθεση
του αφεντικου του να πατησει ποδι η κωλοεταιρεια του στη Κινα τον ειχαν φερει
αντιμετωπο με πεντε-εξι μεθυσμενους Κινεζους που βρηκαν ευκαιρια να εκδικηθουν
για τις γιαγιαδες τους πανω σ' αυτον το δυστυχο.
Αυτο που ειχε πει ο πρωτος
του "M/V PANTOKRATORAS" σ'εκεινο το κωλομπαρο της
Γιοκοχαμα: "Σ' ευχαριστω Θε μου που δε μ'εκανες Γιαπωνεζο" επαιρνε
αλλη διασταση μεσα μου.
Ηθελα να παω σπιτι, να δω τα μειλ
και ν' ακουσω λιγο ραδιο στο ιντερνετ αλλα
τη στιγμη εκεινη αναψε η πινακιδα μπροστα απο το μαγαζι που περνουσα. Στα εργα
που εβλεπα αυτο ηταν το σημαδι για τον ηρωα ν'ακολουθησει το πεπρωμενο της
στιγμης, εγω απλως θυμηθηκα οτι το Τζονι μου 'χε τελειωσει στο σπιτι και καλα
θα ηταν να κανω μια σταση.
Μια Κινεζα, που καποτε -αλλα δεν
ξερω ποτε- ηταν κι'αυτη εικοσιδυο χρονων σκουπιζε τον παγκο, η' μαλλον αφηνε τη
βρωμα απο ενα βρεγμενο πανι επανω του.
"Χαλο" μου ειπε.
"Χαλο και σε σενα" της
λεω.
"Σιλα;" μου κανει.
"Γες"
"Να'ι'ς καντρι"
"Γες"
"Εντ να'ι'ς πιπλ"
"Δις ις νοτ σο σουρ" ειπα,
θυμουμενος αυτοματα τον Γ.
Παραγγειλα το ποτακι μου, επειτα
δευτερο και κραταγα τη χαρα για τον εαυτο μου που βρηκα καποιον να μιλαει
αγγλικα. Δεν ηθελα τιποτα κι' αυτη ηθελε να πουλησει τα ποτακια της. Του φεαρ
φορ μι. Καπου ξεσηκωσε και κατι σιντι που της ειχαν αφησει Ελληνες ναυτικοι και
ακουγα τον Τερζη να τραγουδαει με μια φωνη που αν ηταν αληθινη δεν θα 'βρισκε
δουλεια ουτε στο Αυγουστιατικο πανηγυρι στο χωριο μου.
"Να'ι'ς περφιουμ" μου λεει
η Κινεζα.
"Δις ισ νοτ περφιουμ" της
απανταω και βγαζω απο τη μεσα τσεπη του μπουφαν το σακουλακι.
"Δις ισ οριγκανο, εντ ι χαβ ιτ
ολουιζ γουιδ μι, του πουτ ιν δε φουντ εντ του σμελ Σιλα"
Οι κουμποτρυπες που'χε για ματια
μισανοιξαν.
"Σιλα βερι να'ι'ς"
απαντησε με σινικη απλοτητα.
Πληρωσα τα ποτα και βγηκα.
Ο αερας ειχε σταματησει, το ιδιο και
το κλαμα του Γιαπωνεζου.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
