No hamster life
24/9/2008
Κατα τ' αλλα οι δρομοι ηταν αδειοι.
Περπαταγε κι ενιωθε πισω απ' τα κλειστα παραθυρα τους Κινεζους να πηδιουνται σα χαμστερ. Καποια αχρηστα καδρα σε τοιχους, στραβοβαλμενα, εσωζαν ταχα μου απο το ασπρο κενο της καθε μερας. Κανενα χερι να τα ισιωσει. Κανενα βλεμμα να τα κοιταξει. Η ευτυχια του χαμστερ η μονη δυνατη γι΄αυτο και η μονη επιδιωκομενη.
Κι αυτος δεσμιος μιας καπως πικρης γνωσης. Δεν πουλιεται αλλα αγοραζεται ακριβα.
Κι οσο κι αν τον καταλαβαινε το Μιχαλη νομιζει χωρις να ξερει σιγουρα οτι το παρατραβηξε. Η απαυτουλα τονε πληγωσε, αυτη ηθελε κατι παραπανω κι αυτος ηθελε κατι παραπανω. Μαλωσανε. Και πολλες φορες. Και μετα το διαλυσανε
Κι αν δε μπορεις να ζησεις σα χαμστερ δε σου φταιει ολος ο κοσμος.
Μπηκε στο skype και τη φλερταρε. Ωραια, με σχεδιο, στο κατω κατω ηξερε πολυ καλα τι ηθελε και τι της αρεσε. Κι αυτη τον πιστεψε. Τον ξαναπιστεψε. Με αλλο ονομα και αλλη ταυτοτητα τον ξαναπιστεψε. Εναν αλλον αλλα δεν ηταν παρα ο Μιχαλης ξανα.
Μη μιλας για πραγματα που δεν εχεις πονεσει.
Μετα χωρις να της πει ποιος ειναι πραγματικα την προσβαλλε ετσι οπως αυτος ηξερε οτι θα μπορουσε να τη πονεσει. Μεχρι δακρυων. Στο τελος η εκδικηση του βαρος της για μια ζωη και γι' αυτον περισσοτερο. Κι αφου την εκανε να τον μισησει ακομα και με τη πλαστη του ταυτοτητα της ειπε οτι θα την εβρισκε. Δεν θα της ελεγε ποιος ηταν αλλα θα καταφερνε να κοιμηθει μαζι της. Κι αφου το καταφερνε τοτε θα της ελεγε. Εκδικηση. Εις διπλουν. Και σαν αυτος που ηταν και σα φαντασμα που θα τη στοιχειωνε για παντα. Ποιος θα ηταν? Πισω απο καθεναν που την πλησιαζε θα εβλεπε αυτον. Παρανοικα αποτελεσματικο. Και εναντιον του. Γιατι αυτη εφυγε νυχτα απο τη πολη. Αλλαξε πολη χιλιαδιακοσια χιλιομετρα νοτια. Με το τραινο δεκαοχτω ωρες. Με το αεροπλανο ανεγγιχτη. Κι ετσι την εχασε για παντα. Εφυγε για παντα απο το πεδιο βολης του. Πριν ενωμενοι και στην αληθεια και στο ψεμμα και τωρα χαμενοι για παντα. Μια εκδικηση ικανη για εκατο χρονια αλλα αυτη μακρια του. Aπιαστη. Εφριξε.
Το ψεμμα σου θα σε χτυπησει και θα 'ναι μερα μεσημερι στη πλατεια.
Φυσικά μόνος
29/9/2008
Μπαινοντας ειδε τα γκαρσονια με τα ασπρα πουκαμισα και τα κοκκινα παπιγιον να σπρωχνουν με μια βιαια κωμικη συγκαταβαση ενα κοντο εξω. Η συγκαταβαση συνιστατο στην υπενθυμιση οτι ουτε και σημερα θα πηδηξεις φιλε, δεξου το και μη κανεις φασαρια μη σου σπασουμε το κεφαλι.
Ο κοντος το ειχε αποδεχτει αλλα κουναγε καπως τα χερακια του στον αερα ετσι για τη τιμη των οπλων. Αυριο θα ελεγε στους φιλους του με καμαρι οτι εκανε τσαμπουκα στο Μπα Ντο Χουι. Προς το παρον πηγαινε καροτσακι.
Αν θυμοτανε πως ειχε δει ενα αλλο στοιχειωμενο βραδυ να κανουνε λιωμα τη μαπα ενος αλλου μεθυσμενου λιμοκοντορου τα σημερα ηρεμα παιδακια με τα κοκκινα παπιγιον ηθελε να του φωναξει, κοντε τρεξε, τρεξε οσο μπορεις.
Τυχερος ο κοντος. Φτηνα τη γλυτωσε κι αυριο θα 'χε να λεει. Χωρις καμια εισαγωγικη τραγωδια μπηκε στο κλαμπ και πρωτα πηγε δεξια να κατουρησει. Σημερα ενεκα της εθνικης εορτης που ερχοταν (1η Οτωβριου, μεγαλη μερα) ειχαν βαλει στα ουρητηρια κοκκινα τριανταφυλλα πισω απο τζαμι. Κατουραγες τα κοκκινα τριανταφυλλα, πετυχαινες μονο το τζαμι κι αυτα εκει στεκονταν ντουρα και κατακοκκινα και ανεγγιχτα.
Ωραια πραματα. Κι αμα οι τουαλετες δε βρωμοκοπαγανε αρωματικα στικς θα το φχαριστιοτανε περισσοτερο να πιτσιλαει κοκκινα τριανταφυλλα, επρεπε ομως να βγει εξω γρηγορα να παρει αερα.
Περασε αναμεσα. Απο μεθυσμενους κι απο καπνους. Απο τραπεζια με διλιτρα (αν εχεις το θεο σου) Τσιβας και απο ξεκωλα να δοκιμαζουνε μια απο τις προτελευταιες τους ευκαιριες. Ο καθενας εχει δικαιωμα σε ενα επιπλεον λαθος ασε που οταν εχεις γινει φλατ κι ενα με τη μοκετα μετα απλως αναμασας τα γαμωτη σου.
Θα ηθελε να τη δει. Θα ηθελε να δει οτι κρατιεται ακομα. Θα ηθελε να δει οτι το αυθαδικο στρογγυλο σαγονακι της κοιταγε ακομα προς τα πανω. Κι ετσι ηταν.
Γυρνωντας γυρω απο τη τριμετρη σωληνα ηταν η μονη ζωντανη. Σε αυτο το τελος. Οχι οτι το ηξερε. Σε μια αδυναμια των στρομπ λάιτς τον ειδε για ενα λιγοτερο απο δευτερολεπτο. Ελυσε τα μαλλια της, τιναξε το κεφαλι της σαν ατι ασυμβιβαστο και ανεβηκε. Την καταπιε το σκοταδι της οροφης και τα επιφωνηματα που ακουστηκαν ηταν ματαια.
Πηρε μια ζεστη μπυρα στο χερι και βγηκε στη πλατεια. Η πιθανοτητα να του ξαναπεφτε απο τον ουρανο στα χερια του ηταν αθεατη.
Δε πειραζει. Ηταν καλα.
Και το στρογγυλο σαγονι της κοιταγε προς τα πανω.
Παρ, 09 Ιαν 2009 04:01 μμ
Ειχα την πλατη γυρισμενη στα κοριτσια, στον Κροάτη απο τη Ριέκα και στο Γιαπωνέζο απο το Κόμπε και κοιταζα εξω απο το μικρο τζαμι που εφτιαχνε ενα νυχτερινο καδρο σ’ ενα δενδρο και σ’ ενα ποδηλατο που ηταν ακουμπισμενο πανω του.
Οι τρεις μας τις συντηρουσαμε καθε βραδυ, αυτες ειχαν κανει τη μοιρασια κι εμεις πιναμε αργα σα ν’ ανηφοριζαμε μια πλαγια με σταθερη κλιση. Εμενα μου ειχε τυχει ως συνηθως η πιο ασχημη, που παρ’ολο που τη λατρευα δε μπορουσε να συμβιβαστει με την ιδεα οτι ουτε το τηλεφωνο δεν της ειχα ζητησει τοσο καιρο αλλα βολευομουνα να της ζωγραφιζω μαργαριτες σε χαρτοπετσετες και ν’ αλλαζω τα ιδια και τα ιδια σι-ντι, οποτε ο φιλος μου ο Σουζούκι δε μερακλωνε κι επιανε το μικροφωνο, κατακοκκινος απο το σάκε και μπα’ι’λντισμενος απο το χαμογελο της Μιού Μιού.
Τι ηταν ο ενας για τον αλλο εκει μεσα?Ουτε με τον Μπόρομιρ ειχα αλλαξει πανω απο δυο κουβεντες ουτε με το Σουζούκι σαν, κι ομως αν καποιος τους ελειπε καποιο βραδυ το μπαρ εμοιαζε αδειο σα να’χε χασει καποιο πολυτιμο συστατικο του. Τα κοριτσια ηξεραν 20 λεξεις στ’ αγγλικα και οι τρεις μαζι. Τι αορατο μοιραζαμε μεταξυ μας και το ειχαμε τοσο αναγκη που αν καποιος αργουσε μια ανησυχια απλωνοταν απο τον ενα στον αλλο σαν κρυο ξαφνικο αερακι? Μια συνενοχικη σιωπη κομμενη σε εξι κομματακια, καθενας ειχε το μεριδιο του, ζευγαρια και τριαδες σε αυθαιρετους συνδυασμους, λυομενοι καταυλισμοι ο ενας μεσα στον αλλο.
Ημουνα πιο βαρυς ομως αυτη τη φορα, ο δε Σουζούκι κοιταγε το μικροφωνο με αδειο βλεμμα. Τα κοριτσια μας ειχαν παρατησει και παιζανε χαρτια και γελαγανε σιγανα μεταξυ τους.
Το χιονι αρχισε να πεφτει λιγο μετα τις δωδεκα. Πρωτα το εστρωσε στη σελα του ποδηλάτου και μετα στο δρομο. Η σιωπη εμοιασε να γινεται μεγαλυτερη για λιγη ωρα σα να κρατησαν ολοι την ανασα τους. Πυκνωσε γρηγορα και σε κανα μισάωρο ειχε αρκετο κατω.
Τοτε ανοιξα την πορτα να βγω εξω. Και μολις πατησα το ποδι μου στο ασπρο γυρισα το κεφαλι δεξια και αριστερα για να δω δεκαδες πορτες ν’ ανοιγουνε και δεκαδες ζευγαρια παπουτσια να κανουνε μια ντροπαλη δοκιμαστικη προσπαθεια να πατησουνε το παρθενο χιονι. Η σιωπη εσπασε κομματακια απο τη μουσικη που εβγαινε απο τις ανοιχτες πορτες και απο τα γελια των κοριτσιων και των μεθυσμενων φιλων τους που τις ακολουθουσαν παντου και στο χιονι.
Απλωθηκαν στο δρομο, αρχισαν να χοροπηδουν και να γελανε σα παιδια. Αλλες με μινι φουστες και μποτες, αλλες με μακρια φορεματα και σαγιοναρες και αλλες με γουνινα κυλοτακια και γυμνα ποδια βρηκαν ξαφνικα κατι που τις πηγαινε πισω σε μια αλλη εποχη. Μεσα στο λευκο που επεφτε απο παντου αυτες σαν πολυχρωμες πεταλουδες χορευαν και γελαγαν. Οι αντρες τις παρατησαν γρηγορα ξεπαγιασμενοι αλλα αυτες εκει σαν κατι να ειχαν να πουν με τη τοση αναπαντεχη λευκοτητα που καθοταν στις παλαμες και στα μαλλια τους. Και οι δικες μας εκει μαζι τους, ενα με τις αλλες τις μεχρι προτινος ανταγωνιστριες που κυνηγαγανε σκληρα η μια τον πελατη της αλλης απο κινητο σε κινητο.
Με τον Μπορομιρ και το Σουζουκι μειναμε να τις κοιταμε και ηταν απο τις σπανιες φορες που χαμογελαγαμε και οι τρεις μαζι.
Χορτασαν παιχνιδι, μουσκεψαν οι μινι φουστίτσες και τα γούνινα και μπηκαν μεσα. Ελαφρα αλλαγμενες εστω και για λιγο.
Ο δρομος αδειασε. Το χιονι συνεχιζε.
Τους αφησα, πηρα το αμαξι και πηγα στη παραλιακη.Ο δρομος ενα πλατυ ασπρο ποταμι. Πηγαινα με εκατοείκοσι και τραβαγα χειροφρενο. Το αμαξι επαιρνε κατι ασυμμετρες, σπειροειδεις στροφές κι εγω το φχαριστιομουνα. Ψυχη πουθενα. Χτυπησε το κινητο αλλα ουτε που το κοιταξα. Υποψιαζομαι οτι τα τα σιωπηλα φιλαρακια θα ηταν κατά τι πιο τυχερα σημερα.
Οπως κι εγω αλλωστε.
Ειχα ολη τη νυχτα δικια μου, ολη τη πολη, ολους τους δρομους της και ολο το ασπρο χιονι της.
※※※※※※※※※※※
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Τα ηχεία της σιωπής
1/12/2008
Ο χωρος ηταν μεγαλος, πλατυς.
Οχι αυτο το μακροστενο στυλ που ειχαν τα αλλα ετσι οπως ηταν περιορισμενα απο τα σεπαρε, εκει που κοντουλες, γλυκουλες και αθωες μεσα στο χαμο τους αδειαζαν γελωντας ασταματητα τις τσεπες των Γιαπωνεζων αλλα και των Ελληνων που ξεγελιοντουσαν απο τα κακαριστα και γεματα φρουδες υποσχεσεις “γεια σου ομολφε, τι κανεις?”.
Αυτος ειδε οτι του εδωσαν ενα καθαρο ποτηρι και η κοπελια με τα σφιγμενα χειλια καθισε εναμισυ μετρο μακρια του χωρις να τον κοιταει. Τον αφησε τοσο τοσο ωραια στην ησυχια του.
Του εβαλε μονο ενα σι-ντι να παιζει αντωνης ρεπανης που του ηρθε σα πετρα και τη παρακαλεσε να το αλλαξει και του εβαλε περπινιαδη και τι να κανει συμβιβαστηκε, απ' οτι φαινεται μονο παλιοσείρια ειχανε περασει απο κει περα.
Ηθλιψη του χωρου τον πηρε απ' τα μουτρα. Την ηξερε και την διαβασε ευκολα ετσι οπως ηρθε και καθισε πανω του σαν υγρασια.
Αναδουλειες που ειχαν στεγνωσει τη καρδια του κοριτσιου που μαντευε οτι οταν γελουσε θα ηταν ομορφο. Κατι που ισως τη πικραινε και τη μικραινε κι αλλο.
Της αφησε ενα μικρο μπουρμπουαρ ετσι σαν υποσχεση θα ξαναρθω.
Και την αλλη μερα ξαναπηγε.
Ειχε τεσσερα σι ντι μαζι του.
Τα εβαλε ενα ενα στη σειρα και της ειπε να τη κερασει.
Ηξερε κατι λιγα ελληνικα αλλα της το ξεκοψε. Δεν ηθελε ελληνικα. Αγγλικα ή τιποτα. Ξεκινησαν με τ' αγγλικα και γρηγορα ειδε οτι οι συμβασεις παραηταν μεγαλες και τα παρατησανε. Με εικοσι λεξεις που ηξερε ολες κι ολες τι να πεις.
Ησιωπη δεν τονε πειραζε αναμεσα στα τραγουδια αλλα ενιωθε οτι κατα καποιο τροπο ειχε ηδη σπασει. Μια ηλεκτρισμενη αναμονη που την ενιωθε σα μια μεταλλικη γευση.
Κατι σχεδιαζε σ' ενα χαρτακι. Εγειρε το κεφαλι να το δει καλυτερα. Ενα σπιτι, δεντρα πολλα γυρω ... και συνεχιζε.
Πολυ ωραιο σκιτσο. Γραμμες απαλες, εδιναν μια παιδικη ομορφια.
Ηταν καλη σε αυτο.
Πηρε κι αυτος ενα αλλο χαρτακι και αρχισε.
Αυτη το πιασε στο φτερο.
Ετσι αρχισανε να μιλανε μεσα απο σκιτσακια.
Τα δικα της ητανε καλυτερα. Ταλεντακι. Ειδικα οταν εφτιαχνε ζωακια. Μελισσουλες, γουρουνακια, παπακια που τον εκαναν να ξεκαρδιζεται.
Χαλαρωσε, βρεθηκε σημειο επαφης αριστο. Να γελαει. Αυτο ηθελε.
Καθε μερα ατελειωτοι διαλογοι χωρις ηχο, πανω σε χαρτακια. Ενα πακο μαζεψε.
Μετα λιγο καιρο του φανηκε ο ηχος της μουσικης φτωχος. Πλησιασε και ειδε οτι ο ενισχυτης ητανε μονο λαμπακια που αναβοσβηνανε τα δε ηχεια ητανε μονο για ν' ακουμπανε περιοδικα με φωτογραφιες απο ανορεκτικες κινεζες.
Πηγε την αλλη μερα στο Suningκαι πηρε τα καλυτερα. Ενισχυτη, ηχεια και χρυσα καλωδια. Το τριτροχο σταματησε εξω απο το μαγαζι της σαν μεχρι προτινος ανεργος Αι Βασιλης. Ξεφορτωσε και αυτη τονε κοιταξε με κατι ματια που ποτε πριν δεν ειχαν ανοιξει τοσο. Τα εστησε, τα ατζασταρισε, που και που της χαμογελαγε βιαστικα ομως ετσι οπως τον ειχε πιασει πυρετος να τα κανει ολα τελεια. Ολες αυτες τις μερες ειχε γεμισει και ενα φορητο σκληρο με σαραντα γκιγκαμπάιτ τραγουδια. Απ' ολο το κοσμο.
Ο ιδρωτας στεγνωσε πανω του σαν αναμνηση αυτης της ετοιμασιας. Το βραδυ κανανε πρεμιερα. Μολις εβαλε τον ηχο σχεδον στο τερμα τριξανε τα τζαμια και κατι περιστερια πεταξανε σε αλλα συρματα.
Τοσο χαμογελο ισως δεν το ειχε δει και η ιδια ποτε στο προσωπο της.
Μετα αρχισανε τη κουβεντα τους τη γνωστη με τα χαρτακια και τα σκιτσα. Ηθελε να της πει για τη δουλεια του αλλα αυτη τονε διεκοπτε ολη την ωρα καθως του πεταγε καθε τοσο μπροστα του καρδερινες.
Καποια στιγμη ειδε οτι καποιοι τους κοιταζαν πισω απο τη τζαμαρια.
Πληρωματα που η μουσικη τους τραβαγε σαν το μελι.
Μπηκανε μεσα χοροπηδωντας.
Γυρισε και τη κοιταξε για αν δει οτι δεν πιστευε στα ματια της.
Του'χωσε βιαστικα τα χαρτακια στο χερι και στρωθηκε στη δουλεια “γεια σου ομολφε, τι κανεις?”.
Που και που γυρναγε και του χαμογελαγε.
Αυτος συνεχισε να ζωγραφιζει καραβακια ευτυχισμενος.
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Μιά βόλτα στα ρηχά*
29/11/2008
Στην Απολογία
Ξυπναει στις ενιάμιση, πινει μισο καφε κοιτωντας τον ωκεανο και τα πυκνα συννεφα.
Ξαφνικα νιωθει κουρασμενος απο τη σκεψη οτι δεν θελει να παει πουθενα και οτι τιποτα δεν του αρεσει.
Και ξανακοιμαται.
Ξυπναει στις δωδεκα και αποτελειωνει τον κρυο πια καφε.
Για καποιο αγνωστο λογο αισθανεται πιο ελαφρος τωρα.
Ισως μια υποθεση μεσα του να χρειαζοταν αυτες τις επιπλεον δυο ωριτσες υπνου για να λυθει.
Δεν μπορει να το εντοπισει που. Ισως στο συκωτι του, ισως στη καρδια του ισως στο μυαλο του σε ενα κρυφο αλλα με επιρροη σημειο.
Σημασια εχει οτι τωρα ειναι καλα.
Στο δρομο του ανθρωποι ντυμενοι με χοντρα ρουχα του χαμογελουν απορημενα βλεποντας τον με το κοντομανικο. Τους βαριεται εχοντας γυμναστει να παραβλεπει τη παιδικοτητα στη ματιά τους.
Ψαραδες του Σαββατου εχουν παραταξει τα καλαμια στη σειρα μιλανε στο κινητο, τρωνε κρυα νουντλς ή πινουν ζεστες μπυρες.
Ρουχα παλια, χρωματα μουντα, ολο μαυρο και καφε και μπλε σκουρο. Τιποτ' αλλο.
Προσωπα μαυριδερα σε τονο απλυτου. Περιεργες γραμμες προσωπου χαραγμενες απο τη φτωχη διατροφη και τη σκληρη δουλεια. Δοντια στραβα. Κιτρινισμενα. Μαλλια λαδωμενα. Αν περασει κοντα διπλα σε καποιον του 'ρχεται αυτη η γνωστη μυρωδια που τον φλομωνει. Ειναι απο τα τοσα μπαχαρικα που μυριζει το δερμα πλεον. Πιστευει οτι αρχισαν να τα βαζουν παλια για να καλυψουν τις μυρωδιες απο την ελαφρια ή οχι σηψη των τροφιμων. Μετα αυτες εγιναν οι γευσεις που τους μεγαλωσαν και μετα εμειναν και τωρα δεν κανουν χωρις αυτες. Το μπανιο με κρυο νερο μια φορα τη βδομαδα ή τις δυο δε μπορει να σκοτωσει αυτες τις μυρωδιες. Μια μη ελεγχομενη μικρη αποστροφη που εχει ηδη βγαλει ριζες μεσα του εκφραζεται με αυτη τη γκριματσα που χωρις να το ξερει ειναι και κι ενα συνορο. Δε περνιεται, αντιθετα χτιζει πανω του. Οι πολυτιμες διαφορες του ειναι το ζεστο του καταφυγιο.
Το κρυο ειναι καλο ομως. Του θυμιζει τα Χριστουγεννα.
Γι αυτο και τωρα αγαπαει το κρυο.
Και τους λυπαται που δεν εχουν Χριστουγεννα.
Οχι μονο λυπη. Μα ξανα αυτη η αισθηση αποριας που ντυνει την υπεροχη του.
Μα καλα ειναι δυνατον να υπαρχουν ανθρωποι χωρις Χριστουγεννα?
Τι βαρβαροτητα πνευματος ειναι αυτη που δεν μπορεσε να επινοησει τη πιο γλυκεια απ΄ολες συμβαση? Και τι βαθος μπορει να εχει μια ζωη που δεν αναβαπτιζεται μεσα στη θαλπωρη της?
Ας μεινουν μακρια του. Ας μην τους μαθει ποτε. Ας μεινουν με την ιστορια τους, με τους δρακους τους, τα ματζονγκ τους και τις ζεστες μπυρες τους και οσες φορες κι αν τον ρωτησουν γιατι δεν μαθαινεις κινεζικα αυτος συνεχεια θ' απανταει γιατι προτιμω να μαθαινω καλυτερα ελληνικα.
Ο δικος του τροπος ειναι ο σωστος.
Πως να τους το πει?
Και ποσο τους λυπαται που δεν εχουν Χριστουγεννα.
Και ετσι προχωραει, παρατηρωντας, μες στη στυφη υπεροχή του που ανεμιζει σα σημαια πισω του.
Ενα παιδακι παιζει με ενα κοντοποδαρο σκυλακι.
Το σκυλακι χοροπηδαει γυρω του προσπαθωντας να πιασει αυτο που κραταει στο χερι του. Γατζωνεται πανω του και μετα κουτρουβαλιεται κουβαρι στη γη μη μπορωντας να κρατηθει απο τα ρουχα του. Το παιδακι εχει ξεκαρδιστει χορευοντας και προκαλωντας το σκυλακι.
Αυτος που απαρατηρητος τον βλεπει, διακρινει οτι η γκριματσα στο προσωπο του εχει διαλυθει μεσα σ'ενα ασυναισθητο χαμογελο.
Ενα ζευγαρι σ' ενα παγκακι αγκαλιαζεται αφηνοντας ολο το κρυο, ολη τη Κινα και ολα τα Χριστουγεννα εκτος. Ζηλευει τη πυκνη χαρα της διπλης αυτονομιας τους. Ξερει να την αναγνωριζει. Και η ζηλεια ειναι η πιο ασυνειδητη και ασταματητη παραδοχη.
Δυο χειμερινοι κολυμβητες περνουν απο μπροστα του.
Σωματα στιλπνα, ολο υγειες νευρο, ελατηρια γυμνασμενα σε ατελειωτες φορμες μαχητικου Τάι Τσι.
Αυτο που παρατησε γιατι βαρεθηκε το μποτιλιαρισμα μετα τη δουλεια.
Κανουν λιγο τροχαδακι και ευχεται αυτο να ειναι ολο.
Αυτοι ομως πεφτουν σε λιγο αποφασιστικα στη παγωμενη θαλασσα συντριβοντας τον και αφηνοντας τον ν' αναρωτιεται μονιμα για το ποσες αλλες συμβασεις χρειαζονται ή πρεπει να εφευρεθουν μεσα του δινοντας του κι αυτου ενα μερος να εχει να παταει.
*τίποτα
※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※※
Μια χαρά, από το ελάχιστο ...
149
Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008
21:58
Μια διαθεση παιδευοτανε να βρει το δρομο της μεσα του.
Ητανε καλα, ητανε χαλια, επρεπε να αποφασισει.
Ειχε μια μεθοδο που ηταν καλη. Ανοιγε ενα βιβλιο. Εβλεπε πως κυλαγε η αναγνωση του. Αν αφοσιωνοταν και γυριζε και τη δευτερη σελιδα, αν τα περαδωθε στη καθε σελιδα δεν ηταν πολλα, αν δεν κολλαγε στην ιδια παραγραφο κανα μισαωρο, τοτε ηταν καλα.
Αν δεν ηταν ετσι τοτε επρεπε να παρει τ' αμαξι και για παραλια κατευθειαν.
Ή την αλλη τη προσφατη λυση να παει να μιλησει κινεζικα.
Δηλαδη τι να μιλησει;
Να κανει οτι μιλαει, οι κινεζουλες να γελανε με τα λαθη και τα χαριτωμενα που εκανε και αυτος να χαιρεται που αυτες χαιρονται με τη παρτη του. Λιγο καραγκιοζης, λιγο ματαιοπονος, αλλα οχι λαθος. Πρωτα η επιβιωση.
Οι κινεζοι εχουν ωραιους τροπους να προσφωνουνται αναφεροντας συνεχως τη σχεση που υπαρχει μεταξυ τους. "Μεγαλε αδελφε", "μικρη αδελφη", "μεγαλε θειε" ή μια καλη κουβεντα που εκφερεται συνεχως, για παραδειγμα μια νεαρη κοπελα την προσφωνουν συνεχως "ομορφουλα" (μένιουε) και εναν νεαρο "ομορφουλη" (σέγκουε) ή καπως ετσι. Αγνοωντας αλλα πιθανολογωντας τις διαφορες αποχρωσεις αυτων των κολακευτικων προσφωνησεων που θα μπορουσαν ευκολα να φτασουν στις παρυφες της ειρωνιας και να την ξεπερασουν αναγνωριζε οτι υπαρχει και δηλωνεται μια εξαρχης καλη προαιρεση απεναντι στον αλλον. Αιντε τωρα να τσακωθεις με καποιον που μολις πριν απο λιγο σε ειπε "ομορφουλη".
Ας παω λοιπον εκει σκεφτηκε, που με λενε ομορφουλη ,αγνοωντας ή παραβλεποντας τα μαλλια μου που πεφτουν σαν ασημενια βροχη, τη κοιλιτσα μου, το απολυτο ιχνος της ταλαιπωριας μου, τα κουρασμενα ματια.
Ετσι περασε καταπληκτικα ενα Σαββατοβραδο με την Σου Σου να περναει απο μπροστα του και να της λεει Έι μενιουε και αυτη να του λεει Σεγκουε και να του γελαει διαπλατα. Ωραια πραγματα. Πριγκηπικα.
Ει ομορφουλα.
Ναι ομορφουλη.
Θα μου φερεις μια μπυρα ομορφουλα.
Ναι ομορφουλη.
Ευχαριστω ομορφουλα.
Παρακαλω ομορφουλη.
Και δωστου χαμογελα, ατελειωτα, να γεμισουνε εκατο σταδια και δεκα πονεμενες καρδιες.
Τελειωνε η μπυρα.
Παλι απ΄την αρχη.
Ποτε γυναικα δεν τον εκανε να νιωσει καλυτερα.
Βλεπεις δεν ητανε τιποτα παραπανω εδω απο εναν αγνωστο ομορφουλη που επινε τη μπυρα του.
Τι στεπες μοναξιας κι απογνωσης ειχε περασει η ομορφουλα ουτε το ηξερε και ουτε και να ρωτησει ηξερε.
Το ιδιο και απο τη μερια της.
Αυτη η αδυναμια τους να επικοινωνησουν ηταν που τους εσωζε καθως αποψιλωνοντας ο ενας τον αλλο απο καθε τι το καθημερινο και το γνωστο μπορουσε και τον ανεβαζε σε μια θεση ανυπαρκτη, εκει που τιποτα ασχημο δε μπορουσε να τον αγγιξει.
Ετσι ο κατα συμβαση ομορφουλης γινοταν οσο περνουσε η ωρα ενας αυθεντικος ομορφουλης, ενας ανεπηρεαστος, αυταρκης, ενας αντρας τοσο απροσμενα σιγουρος και σωστος.
Αυτος αν κι ενιωθε οτι ειχε το πανω χερι, αν κι ενιωθε την επιρροη του πανω της δεν θα εκανε καμια κινηση. Δεν θα ηθελε το πρωι η εικονα του να ειναι κατι συνηθισμενο, ενας ακομα.
Ηθελε στα ματια της να παραμεινει ενας ανεμελος ομορφουλης.
Ας ηταν σε καποιου τα ματια αυτο.
Λιγο τόχεις?
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Κοντό Κινέζικο Kαλοκαίρι
501
Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008
04:00
Το καλοκαιρι ηρθε αργα και το καταλαβαμε μονο απο τα κοριτσια που βγαλανε τα μπουτια φορα παρτιδα και τα μοστραρουν εξω απο τα μπαρ καθισμενες σε πλαστικες καρεκλες.
Κι απο τις λιμπελουλες που γεμισε ο τοπος και αγνοουν την μια κι εξω σκληροτητα των παρμπριζ. Οι παπουδες τις πιανουν με αποχες και τις προσφερουν στον εγγονο που περιμενει να τις διαπερασει με μικρες σιδερενιες βελονες των πεντε ποντων. Ουτε την αναπαντεχη οξυτητα της βελονας γνωριζουν οι λιμπελουλες και φτερουγιζουν να ξεφυγουν απο κατι που ηδη εχει συμβει.
Το καλοκαιρι τους αποκαλυπτει ποσο το μισο απο το μισο ειναι η ζωη τους σε σχεση με τη πλημυρα χρωματων, χαρας και προσμονης που ειναι το δικο μας.
Παιδικες φωνες δεν ακουγονται. Ουτε τραγουδια. Τα πρωινα οι ηλικιωμενοι πλακωνονται στο Τάι τσι και το μονο που καταφερνουν ειναι να με κανουν να σιχαθω κατι που λατρευα.
Το μπανιο τους ειναι ενα πλατσουρισμα με σηκωμενα τα μπατζακια σε χλιαρα νερα.
Οι Κινεζοι κυκλοφορουν με σηκωμενες τις μπλουζες για να αεριζονται και για να με συγχυζουν.
Εξακολουθουν να πινουν ζεστες μπυρες, να μην διαβαζουν παρα μονο χρηστικα βιβλια και περιοδικα μοδας, να αγνοουν περισσοτερα απο τα παντα γυρω απο το σινεμα και τη μουσικη.
Τα αποπροσανατολισμενα γονιδια τους δεν βρισκουν το δρομο τους ουτε το καλοκαιρι. Τα μπουτια εξω, οι φραμπαλαδες των κοριτσιων και οι λιμπελουλες που εχουν γεμισει τον αερα δεν βοηθουν, αστραφτουν ολα ματαια.
Ζωη επιπεδη σαν τους κωλους των γυναικων τους.
Σκεφτομαι την Ελληνικη τεχνη ποσα ρευματα, ποσες επιρροες τη διαπερασαν, ποσες τεχνοτροπιες αλλαξαν. Αυτοι κολλημενοι σ' ενα παρελθον στατικο φτερουγιζουν σα χαρουμενες λιμπελουλες στον αερα, εχοντας ομως στα σπλαχνα τους καρφωμενη τη σιδερενια βελονα που δεν τις αφηνει να πεταξουν.
Τι να τους κανω?
Ανοιγω το βιβλιαρακι μου και τους ξεχναω.
Τα μαυρα γυαλια βοηθανε να κοιταω τα κοριτσια με τελειως ελληνικο τροπο. Τωρα που το σκεφτομαι η ριζα της διαφορας μας ειναι αυτη. Δεν εχω κανενα προβλημα να γυρισω το κεφαλι και να θαυμασω ενα ωραιο κοριτσι. Αυτοι προχωρανε ντουγρου σα να μη περασε απο διπλα τους αυτο το δωρο.
Βεβαια τωρα πλησιαζει ο καιρος για ανανεωση της βιζας και πρεπει να δειξω μια καλυτερη διαγωγη.
Αιντε λοιπον ξεκιναω και γω τάι τσι με τους παπουδες και προσεχτικο βελονισμο λιμπελουλων.
Οσο για την αντιδραση μου απεναντι στους ... φραμπαλαδες ουτε καν θα το προσπαθησω.
Ας μου κοψουνε τη βιζα. Σκασιλα μου.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>.
Το ροκ της ζέβρας
173
Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008
18:40
Σε κεινο το μερος με ειχανε παει σχεδον σηκωτο και ειχα ορκιστει να μη ξαναπατησω.
Τα κοριτσια κανιβαλλικα, σε ξεχναγαν με το που γυρναγες τη πλατη.
Ειχα βαρεθει να τις πληρωνω για να με αφηνουν στην ησυχια μου.
Δεν αντεχα το αδειο σπιτι, δεν αντεχα και τα χαμογελα του κωλου.
Τους επαιρνα ποτα και τις κοιταγα χωρις να τις βλεπω.
Μολις πηγαιναν να πουν κατι, τους επιανα το χερι και τους ελεγα οσο πιο μαλακα μπορουσα "σε παρακαλω σκασε". Κι αυτες εσκαγαν χαμογελωντας.
Ειχα στο μυαλο μου ιστοριες για αγρια ζωα που δεν εξημερωνονταν με τιποτα. Χιλιαδες χρονια αντιστεκονταν και κερδιζαν.
Άλλα γιατι τα επιανε πανικος μολις ενιωθαν οτι ηταν κλεισμενα και σκοτωνονταν καθως χτυπιονταν απελπισμενα σε καγκελα και συρματα.
Άλλα γιατι δεν συνουσιαζονταν με τιποτα παρουσια ομοιων τους. Μονο σε ερημιες το μπορουσαν μακρια απο οποιαδηποτε αδελφικη αδιακρισια και μετα απο κυνηγητο ημερων.
Άλλα γιατι δεν ειχαν μεσα τους καμια ιεραρχια, δεν μπορουσαν ν' ακολουθησουν κανενα αρχηγο ή τα τσιρακια του.
Άλλα γιατι παρ' ολο που δεν τους φαινόταν ηταν πολυ βιαια στην αιχμαλωσια. Οι ζεβρες δαγκωνουν το χερι των επιδοξων και δεν το αφηνουν με τιποτα. Ποιος? Οι ζεβρες.
Οποτε τι να τους πω?
Για ζεβρες, για τσιταχ και για υδροβουβαλους? Εμενα αυτο ηταν το προβλημα μου σημερα. Μπορεις να βοηθησεις? Να μου εξηγησεις τι ειδους σκοπο ειχαν τα ανυποταχτα γονιδια τους? Δε μπορει κατι ηταν εδω. Ηταν δυνατον κοτζαμ λυκος να ειχε εξημερωθει και κατι κωλοζεβρες να αντιστεκονταν εις τον αιωνα. Ποια ισορροπια υπερασπιζονταν και ποια μοιρα? Βορα τον λιονταριων ηταν. Δεν ηταν?
Τι γινοταν μεσα στο αδιαφορο μαυροασπρο κεφαλι τους. Ποιο αρχαιο καλεσμα. Αυτες και τα λιονταρια σ' ενα σφιχταγκαλιασμα χιλιετηριδων.
Αυτα σου λεω, αλλα εσυ που?
Το βιολι σου. Και το μέικ απ σου και τα φωτακια που αναβοσβηνουν καθε βραδυ.
Ασε τα απο που ειμαι, απο που εισαι, αν μ' αρεσει εδω, αν μ' αρεσεις εσυ, κι αν μ' αρεσει η θεια σου.
Με τη ζεβρα μπορεις να μου πεις τι γινεται?
Και παρε τα χερια σου απο πανω μου μη σε δαγκωσω.
Δυό φορές λογικός δυό φορές δειλός, στο τελος μονος αλλά με το κεφάλι μου στη θέση του
163
Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008
09:08
Καταιγιδες χτες ολη μερα κοντα στη Σαγκαη. Δεκαδες πτησεις ακυρωθηκαν. Και η δικια μου επισης. Τις τρεις ωρες που εμεινα στο αεροδρομιο ειδα οτι το ιντερνετ ειναι ο απολυτος καινουριος γενναιος κοσμος.
(Μοιραια οι ανθρωποι χωριζονται σε δυο κατηγοριες. Σε αυτους που ασχολιουνται μανιωδως με το ιντερνετ και στους αλλους που το αγνουν τελειως. Οντας των ακρων η μεσαια κατηγορια που το χρησιμοποιει ποτε ποτε για να στειλει κανα με'ι'λάκι, να δει κανα αθλητικο ή το χρηματιστηριο, με αφηνει παγερα αδιαφορο και την αγνοώ προκλητικα. Με συμπαθεια αναμικτη με ζηλεια ομως βλεπω την κατηγορια των συγχρονων αναλφαβητων).
Εναγωνιως πηγαινοερχόμουνα μεταξυ των δυο καφε περιμενοντας ν' αδειασει καμια θεση με συνδεση. Εβλεπα τον Αμερικανο μ' ενα καφέ λατε να'χει πιασει μια θεση για τρεις ωρες και ηθελα να τον δαγκωσω ετσι οπως τον εβλεπα με το γεματο ικανοποιηση χαμογελο "ειμαι συνδεδεμενος". Δεν ειναι βασιμος λογος αυτος να μισεις τους Αμερικανους? Πε μου.
Η πτηση ισως να γινοταν αργοτερα, κοντα στα μεσανυχτα. Ητανε οι παρενεργειες απο το συνδρομο στερησης και μια λογικη προσπαθεια να προστατεψω τον εαυτο μου απο τo να επιτεθει στον Αμερικανο που μ' εκανε να βγω απο το αεροδρομιο για να περασω μια νυχτα δοκιμασίας στο ξενερωτο Τσινγκνταο.
Ηταν ομορφη και με το σπανιο χαρισμα του βροντερου γελιου. Το πολυ υψηλο ομως πήκ αυτου του γελιου και τα παραπανω δυο τρια δευτερολεπτα που παρεμενε κει ισα που αποκαλυπταν μια υπολανθανουσα υστερια που σε κοκτειλ με τον λογικο στην αιτια του αλλα εκρηκτικο στην εκδηλωση του ναρκισσισμο την εκαναν μια κινητη λαιμητομο. Εγω το ζαλισμενο, απο τις εμπλουτισμένες με επιπλέον μαγιά μπυρες, κεφαλακι μου το ηθελα στη θεση του. Το χρειαζομουνα κι εξακολουθω να το χρειαζομαι και σημερα.
Με το που πηρα αυτη την αποφαση, το σπαθενιο κορμι της επαψε να με ισοπεδωνει. Την αντιμετωπισα σαν ισος τοτε. Μ' αρεσεις αλλα δε θα σ'αφησω να με κυριεψεις. Ενιωθε κι η ιδια το λεπίδι της να στομώνει χωρις καν να΄'χει δει το αιμα μου.
Οταν γυρισε απο την τουαλετα, οπου περα απο τη σωματικη της ανακουφιση ενιωσε και την αλλη ανακουφιση οτι σιγουρα παρεμενε μια θεα κι εγω ενας μεθυσμενος αχρηστος, δεν με βρηκε εκει.
Το χαρτακι με το τηλεφωνο της μου καιει το χερι σημερα.
Θα το αντεξω. Θα το αφησω να παγωσει μεχρι να ξεχαστει ποια τσεπη το'χει.
Στο κατω κατω ειμαστε διαφορετικοι ανθρωποι, ετσι δεν ειναι γλυκεια μου;
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Σιγά την υπόσχεση
245
Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008
17:34
Ερχονται απο πανω μου σα χαρουμενες μυγες και δεν μ' αφηνουν να διαβασω.
Ξερω οτι γι' αυτες ειμαι ενα παραξενο παιχνιδι, με τις ματαρες μου, την αξυρισια μου, το τρανταχτο γελιο που τις κανει να κατουριουνται απο ακατανοητη ευχαριστηση και τις ξαφνικες οργες που τις κανει ν' απομακρυνονται και να με κοιταζουν ολο απορια πισω απο τις γωνιες.
Ερχομαι καθε μερα δω. Εχει ιντερνετ, καλουτσικο φαι και λιγους Κινεζους.
Ετσι οι γκαρσονες βλεποντας με καθε μερα μ' εχουν λατρεψει.
Απο που εισαι, μου λενε.
Απο Σιλά, τους λεω. Εσυ?
Τσάινα, μου λενε.
Μεσα απο Τσάινα? τους λεω.
Το σκεφτονται λιγο και να η λυση. Παρ' ενα χαμογελο ναχεις.
Το ρουφαω. Εγω το 'κανα εξαλλου.
Προσπαθω να καταλαβω πως εχουν μεγαλωσει. Ενας παρηγορος ψευτης ουρανος συνεχως πανω απ' τα κεφαλια τους. Καμια αμφισβητηση. Για το χτες, για το προχτες, για το αυριο. Ολα θα πανε καλα. Ετσι ειναι προγραμματισμενα απο παντα και εις τον αιωνα.
Εγω ομως δε θελω να πανε καλα μ' αυτο το τροπο.
Αν ειναι καλα ας ειναι με ορμη. Αυτο δεν ειναι "καλα". Αυτο ειναι η εκδικηση του καλου. Ενα χλιαρο επαναλαμβανομενο τιποτα.
Που και που κατι ξυπναει μεσα τους. Ειδικα στ' αγορια. Δεν ξερουν ομως τι να το κανουν. Πινουν τρεις μπυρες σε πεντε λεπτα και πεφτουν ξεροι. Αυτο κανουν. Γιατι δεν ξερουν τι αλλο. Ειναι τοσο μεγαλη η χωρα τους, τοσο απεραντος ο παρηγορος ουρανος απο πανω τους που δεν μπορουν να του ξεφυγουν.
Τρεις μπυρες. Νταν νταν νταν. Αυτο ηταν. Μπραβο. Του την εκανες τ' ουρανου.
Η Μιου Μιου επιμενει. Ερχεται απο πανω μου καταστεναχωρημενη που δεν εχω παραγγειλει ακομα. Δε θα φας? Δε πεινας? Ποτε θα φας? Κοιτα που βρηκα μανουλα στη Κινα...
Ελπιζει. Να πιστεψω. Στην υποσχεση πως ολα θα πανε καλα.
Θελω να τη βαλω κατω και να της πω οτι αυτα τα παραμυθια ειναι μονο για σας. Πως το διαλο τη λενε την εσωτερικη καταναλωση στα Κινεζικα. Εμεις εχουμε αλλα, δικα μας. Ν' αρχισω τωρα να σου τα εμπεδωνω μετα θα θες να γυρισεις πισω στο χωριο σου να τα ξεχασεις ολα. Πως ηρθες σ' αυτη τη πολη. Πως επιασες δουλεια. Πως γνωρισες εναν ξενο. Πως σου ειπε οτι πουθενα δεν υπαρχει κανενας παρηγορος ουρανος. Οπου. Σε καμια Κινα. Σε κανενα διαβολομερος και σε κανενα παραδεισο.
Μη με κοιτας ετσι. Τιποτα δε θα σου πω. Ησυχασε.
Φερε τρεις μπυρες τωρα.
Και κανε παραπερα. Εχω διαβασμα, δε βλεπεις; Φτιαχνω τον ουρανο μου.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>..
H μπαλάντα του ψεύτη
219
Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008
17:50
Η πολη ειναι μικρη.
Αυτο ομως δεν με 'μποδισε να τη κοψω στα δυο.
Κυκλοφορω και στα δυο κομματια της.
Μονο που ειναι απολυτως ξεχωριστα και το ενα δεν ξερει τι κανω στο αλλο.
Στο ενα με ξερουνε Yanni και στ' αλλο με ξερουνε John.
Τα ιχνη μου χανονται για τη μιση πολη μολις περναω στην αλλη μιση.
Μια λεπτη επιχειρηση επιβιωσης.
Ωρες ωρες καθομαι στην ακρη του ενος μισου, στη γραμμη του συνορου και νιωθω τον ιλιγγο. Το ενα μαγουλο μου νιωθει τον αερα και το αλλο τη βροχη. Το ενα ματι ανοιχτο το αλλο κλειστο.
Η σκηνοθεσια μου ειναι καταπληκτικη. Οντας ο μονος θεατης της μπορω να σας το εγγυηθω.
Μ' αγαπουν και με μισουν ταυτοχρονα. Κι εδω κι εκει. Μισος και αγαπη εις διπλουν. Αδιαφορια εις διπλουν. Μετανοια εις διπλουν.
Διαλεγω το ειδος της αγαπης και το ειδος της αδιαφοριας.
Πεταγομαι σα ν' αλλαζω πουκαμισο.
Ιδια ειναι η εμφανιση μου, μη σε ξεγελα.
Σε κανενα απο τα δυο δεν παω γυμναστηριο και σε κανενα δε φοραω γραβατα για να σου δωσω μια ιδεα.
Ιδιος μπαινοβγαινω. Καμια φορα με ανακατεμενα τα μαλλια απο τον ανεμο της μιας πλευρας. Ή με τις σταγονες της βροχης της αλλης στη πλατη.
Που ησουνα, μου λενε.
Εδωνα διπλα, τους λεω. Κι αυτοι νομιζουν οτι καταλαβαινουν.
Δεν υπαρχει τιποτα πιο ασχημο απο ενα παθητικο ηθοποιο. Καθεται και κοιταζει ανημπορος ν' αλλαξει τη ροη. Το ξερω αυτο.
Μιας και ολα ειναι θεατρο πρεπει να παιξουμε ομως.
Σκληρα δουλευω εγω. Παιζω σε δυο.
Καποτε κι οι δυο πλευρες της πολης κοιμουνται.
Εγω ομως οχι.
Με διακοσια τρεχω στην ασημενια ακτη. Βγαζω και τα δυο μου πουκαμισα και τ'αφηνω στην αμμο. Κοιταω τη σκοτεινια τ' ουρανου πως ακουμπαει αυτη του ωκεανου.
Πως ο οριζοντας αλλοιωνεται, πως σιωπη και βουητο αλλαζουν ορους.
Ειμαι στη μεση.
Μ' ενα τριμμενο παντελονι.
Θεατης.
Κανενας ρολος.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Ομορφιά κρυμμένη και σκόρπια δω κι εκεί
299
Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008
08:31
the beauty is in the eyes of the beholder
Απεναντι μου και λοξα αριστερα
Γιαπωνεζος 41, με γυαλια, διαβιων και εργαζομενος σε εχθρικη γι αυτον χωρα, απολυτως αφοσιωμενος στην αναγνωση χοντρου βιβλιου στη μητρικη του γλωσσα
Στα τραπεζακια εξω
Ζευγαρι, μοιραζεται τα ακουστικα του Mp3 Player, σταση σωματων δειχνει αφοσιωση, κοριτσι στραβα δοντια, αγορι με λιγα σπυρια και ασχημο κουρεμα
Στον καναπε στο βαθος
Γυναικα 32, Καυκάσια, με ματια πλημυρισμενα απο το συναισθημα του "χαμενοι στη μεταφραση" γραφει σε σημειωματαριο που κλεινει με λαστιχακι, στο περιθωριο της σελιδας φτιαχνει σκιτσακια
Πισω απο τον παγκο των Σταρμπακς
Κοπελα 24, προσωπο χωρις κανενα ιδιατερο χαρακτηριστικο, αδιαφορο, φτιαχνει συνεχεια καφεδες και χαμογελαει, ειναι 10 το πρωι και ειναι δω στη δουλεια της, ηταν και χτες στις 11 το βραδυ που εφυγα. Ποσο κοιμηθηκε? Πούθε το χαμογελο της?
Περναει απ' εξω
Κοριτσι 17, κοντο, αδυνατο, ακωλο, φρυδια αποντα, κραταει απο λουρι μικρο ασπρο σκυλακι δυο μηνων, το σκυλακι εχει κουραστει, το καταλαβαινει και το παιρνει στην αγκαλια της, το σκυλακι της γλυφει το προσωπο, αυτη σκαει στα γελια και του φιλαει τη μυτη
Απεναντι μου και λοξα δεξια
Αμερικανος ή Αυστραλος ή Καναδος, 55, οψη κουρασμενη, ελαφρως υπερβαρος, γκριζα μαλλια που εχουν αραιωσει αποχαιρετωντας τον για παντα, διαβαζει το βιβλιο Riding the Iron Rooster, το προσωπο του φωτιζεται και γλυκαινει μολις ακουει το κινητο του και βλεπει ποιος τον καλει
Εξω στα τραπεζακια
Κοπελλα 27, χοντρουλα, με φακιδες, κοτσιδες, ξανθια, εχει κλεισει τα ματια και δεχεται τον ηλιο στο προσωπο της. Οι λιακαδες ειναι σπανιες εδω, η κοπελα τις διαχειριζεται σοφα και συμμετεχοντας
Περναει
Κινεζα, ψηλη, λεπτη, αιθερια. Πηγουνι σηκωμενο αυθαδικο, λεπτο μεταξωτο χαιδευει καμπυλες, ψηλα τακουνια, γυαλια ηλιου, μακρυ μαλλι που κυματιζει. Θεα. Τα βραδυα παιρνει τα σκαλπ ανημπορων Κινεζων που ειχαν την ατυχια να ειναι πλουσιοι και ετσι μπορουν να την καλουν στο χρυσο καραοκε δωματιο τους.
Μισοκλεινω τα ματια προσπαθωντας να εστιασω καλυτερα.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>.
Το δώρο της ασχήμειας
258
Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008
10:05
Εχτες τα τα βηματα μου και η μοναξια με πηγαν στο μπαρ των άσχημων.
Ετσι το λεω γω, γιατι το ΄χουν κατι Γαλακια μεταξυ 28 και 33 που ειναι ιδιαιτερα ασχημα. Καπως μεγαλες και ασυμμετρες μυτες, γυαλια, καπως λιγο ατσουμπαλοι.
Επισης οι οι κοπελιες που εχουν να σερβιρουν εχουν κι αυτες τα χαλια τους. Ακομα κι οταν χαμογελανε εσυ θες να προσηλωθεις περισσοτερο στη γεωμετρια του ποτηριου σου.
Ο κοσμος κι αυτος που παει εκει στερειται αυτης της λαμψης που χαριζει η χαρουμενη συμμετρια προσωπου ή σωματος.
Απο κει περναω μια φορα ισως και δυο την εβδομαδα.
Ο χωρος εχει μια τετοια ηρεμια και ειλικρινεια που με καθησυχαζει.
Πιθανον να βγαινει απο το οτι ολοι αυτοι γνωστες πλεον της εντυπωσης τους, απαλλαγμενοι απο καθε οξινη ματαιοδοξια ν' αρεσουν ή να δειξουν αφηνουν την τον εαυτο τους ελευθερο να εκφραστει μεσω της φυσικης καλοσυνης που καθε ανθρωπος διαθετει ως γονιδιακο καυσιμο.
Εινα σα να σου λενε: δεν ειμαι αυτο που βλεπεις, ειμαι αυτο που σκεφτομαι και αυτο που εκφραζω καθως σου μιλαω. Κανενα παραπετασμα μορφης δεν μπαινει μεταξυ εμενα και της αντιληψης σου.
Ισως ακομα και λογω του οτι αναποφευκτα εχουν λυπηθει μεχρι τωρα λογω πολλαπλων απορριψεων να εχουν λειανει τη σταση ζωης τους κατευθυνοντας τη σκεψη τους και τα θελω τους σε περισσοτερο ουσιαστικα πραγματα.
Το δωρο της ασχημειας φτανει να ειναι μια ομορφια εσωτερικη, ειλικρινης και αμεση μεσα απο το ταξιδι της στα περατα της αυτοαμφιβολιας.
Καποια στιγμη σηκωσα το κεφαλι απο το ποτηρι μου και κοιταξα το κοριτσι βαθεια στα ματια.
Ηταν ομορφη με το τροπο που ειναι ομορφο ενα χελιδονι, ενα μοναχικο δεντρο, μια παλια βαρκα τραβηγμενη στην αμουδια.
Χαμογελασε.
Χαιρομαι που με ειδες, σα να μου 'λεγε.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Βαλκάνιος
160
Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008
17:51
Παραγειλα οσο πιο γρηγορα και κοφτα γινοταν.
Να παρουν τις γελοιες ευγενειες τους απο μπροστα μου και να μ' αφησουν ησυχο. Με τα περιττα πραγματα ποτε δεν ειχα προβλημα. Με τα περιττα που στο φιναλε καλυπτουν τα σημαντικα εχω και παραέχω.
Τεχνητη ευγενεια. Ψυχος.
Μπα, η σιχαμαρα μου πρεπει να ειναι ζωντανη. Αυτη η μη-ζωη επρεπε να τους τριφτει στη μουρη.
Σιγα θα μου πεις, και τι θα καταλαβαιναν. Και ποιος σου ειπε οτι εγω θελω αυτες οι καλτσοδετες που παριστανουν τις γκαρσονες να καταλαβουν. Ή οι χαμογελαστοι ασχετοι που ζουνε στη ντεκαβλέ χωρα τους. Οτι δεν εχω σχεση μαζι τους και με τον αρνισιο τροπο ζωης τους θελω να δηλωσω.
Αυτο δηλωνεται μια κι εξω. Κοφτά. Ορθά ή οχι.
Βατραχακια. Τοσο χαρουμενοι που κανουν ασημαντα πραγματα.
Κοιτα να δει? μουτρα! Θελει και να με φλερταρει!
Μπα, μονο τα Αγγλικα τη? θελει να εξασκησει.
Πυρηνικη αφελεια. Η αφελεια σωζει το κοσμο. Ολος ο κοσμος σε αντιπαροχη με την αφελεια. Την εχεις? Τα εχεις ολα.
Ρε συ, δε με νοιαζει που εισαι ομορφη το καταλαβαινεις?
Να πας αλλου να μοστραρεις τη γλαστροειδη υποσταση σου.
Αλλου να πας! Να πας στο Μιχαλη.
Ακους? Στο Μιχαλη να πας.
Καιει εδω. Μαντεμι. Καιει. Θα σου κανω γω το χαμογελο σου φλυδες.
Ξεμωραμενο.
Να μου φερει? το φαι μου, ναι ρε τηγανιτες πατατες ποιο το προβλημα σου. Αυτο θελω. Εγω αυτο θελω! Μονο. Ναι, μονο! Και μια μπυρα. Κρυα. Κρυα ρε, το καταλαβες? Η μπυρα πινεται κρυα. Η εκδικηση δε ξερω. Ξεχνιεται. Εγω τουλαχιστον δε θυμαμαι καμια κρυα εκδικηση που να μου ειπε τιποτα. Η κρυα μπυρα ομως μου λεει. Την εκδικηση να τη βρασω. Την μπυρα μου τη θελω κρυα. Την εκδικηση βραστη.
Κουνησου. Παρε τα ποδια σου και τον ωραιο σου κωλο και φερε τις πατατουλες μου.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Όμορφη, πολύ όμορφη
208
Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008
07:43
Καθεται στο απεναντι τραπεζι, εχει τα μισα μου χρονια, και το δερμα της ειναι πιο στιλπνο απο το καλυτερο μεταξι της Χανγκτζού, το δε χαμογελο της θα μπορουσε να φερει πιο κοντα Κινα και Ταιβαν αν ηταν μεσα στα αντισταθμιστικα ωφελη.
Μια ομορφια τοσο πρωινη που το βελουδινο κουκουλι του μεικ απ χαιρεται να την προστατευει και καμαρωνει πανω της.
Δεν εχει καμια βεβηλη λαμψη ευφυιας, η ομορφια της ειναι τοσο αδαμιαια και απροκαλυπτη που οτιδηποτε επιπλεον επανω της θα ηταν αστοχο και περιττο.
Ολος ο χωρος των Starbucks εχει λυγισει και καμπυλωθει σε μια ακτινα ενα και εικοσι γυρω της. Ο δε χρονος που καπου αλλου σπερνει θανατο ακαταπαυστως εδω σφυριζει σα πιτσιρικι μ'ενα αχυρο στο στομα.
Καποιοι την διεκδικουν, καποιοι την εχουν. Θα πρεπει να εχουν αποκτησει εναν ικανο βαθμο ανοσιας απεναντι στην ομορφια γιατι αυτο το πλασμα εαν δεν ειδωθει καλλιτεχνικα μπορει να συρει ολο το κοπαδι των ελεφαντων του Αγιου Αντωνιου για νεα σεμιναρια πειρασμων.
Τι μαυρη κτητικοτητα μπορει να γεννησει αυτο το αριστουργημα μορφης εαν δεν ξερει ν'αγαπαει? Ποσους θα συρει στον ολεθρο και στα μπερμπον μεχρι ν' αποφασισει επιτελους να κλειστει σπιτι της και να μην βασανιζει τους αδυνατους και ατυχους που βρεθηκαν στο πεδιο βολης της.
Αποσυρω τα ματια, αρχιζω να μετραω μεχρι το εκατο, ελπιζω μεχρι το βραδυ να την εχω ξεχασει.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Τίποτα δεν έγινε
151
Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008
14:56
Τους ξεχωριζεις απο χιλιομετρα
τη Cesaria περα απ'οτι την αγαπαω, τη σεβομαι
Υπερβολικοι, στο περπατημα, στο κοιταγμα, στο καθισμα, στην ομιλια μες στα μπαρ
εχει κατι που χαιδευει τη φοδρα της καρδιας
Τους ειδα να κρατανε τις κοπελες σα να βρηκανε τη σωτηρια στο κρατημα ενος χεριου
κλαψε απλα χαμηλωνοντας τον τονο της φωνης σου
καποια ζεμπεκικα, καποιο καμαρι, ενας μισολεπτος σπασμος να δωσει νοημα στη μερα ολη
ποιος εκανε ετσι τα ματια σου;
Θελω ενα ψεμμα, τωρα και με καθε τιμημα, πληρωνω!
γειρε στο στηθος μου και κλαψε, ποιος σε ξερει;
Ηταν απ' τη Χιο τα 'σπασε ολα,
οπου και να'σουνα αυτο θα σε περιμενε
ειμαι σιγουρος ολη την αλλη μερα θα 'μεινε κλεισμενος στη καμπινα του
σε συναντησε, μικρες ειναι οι μερες,
παλευοντας να πιστεψει οτι αυτο δεν εγινε ποτε
δε μπορεις να τις αποφυγεις, μπλεκονται στα ποδια σου ...
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Διαφορά φάσης
128
Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008
15:00
Βραδυαζει και μεσοκοπες Κινεζες εχουν πιασει τις γωνιες στο παρκο και το'χουν ριξει στο τάι τσί ψαχνοντας μια ισορροπια που με το τροπο που τη ζητανε ισως και ποτε να μην τους ελειψε.
Εχω το ενα μου ποδι στο νερο της μερας και με το αλλο σημαδευω τις χαρακιες στο πεζοδρομιο.
Ενα ποδηλατο περναει, βλεπω τον ενα απο τους τρεις Ελληνες που ειμαστε δω, τον Σ. Βρηκε δω το ονειρο της ζωης του, μια Αιδηψο να ερθει να ψοφησει σαν ελεφαντας με κιτρινισμενους απο τη νικοτινη χαυλιοδοντες.
Το παθος εδω προσφερεται σε μικρα ναυλον σακουλακια, εχει τη μορφη γλυκερου καραοκε που σου τραγουδαει λινο προσωπο με ματια που σου λενε μη φοβασαι τα ψεμματα, πες τα, δεξου τα, ειναι καλυτερα ν'ακουμπησεις τη σιωπη σου εκει, πανω τους.
Η νυχτα συνεχιζει να πεφτει, οι ισορροπιες αποκαθιστανται ετσι οπως τις θελει αυτη.
Το καλυτερο που εχω να περιμενω ειναι ενα προσωπο που μυριζει φτηνο αρωματικο σαπουνι και μια αναπνοη σα χημικη φραουλα.
Ξερω να ανοιγω και μονος μου τις μπυρες μου φιλεναδα.
Θα τα πουμε αυριο.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Φαρενάιτ 451
154
Τρίτη, 27 Μαΐου 2008
20:39
Γεμισα μια βαλιτσα βιβλια και ηρθα.
Η βαλιτσα χαθηκε μεταξυ Ρωμης και Πεκινου και ητανε σαν να μην ειχα φτασει ποτε εδω.
Το σωμα μου και οι ευθυνες του ηταν εδω ξαναπαιζοντας το ιδιο αποτελεσματικο παραμυθι αλλα το μυαλο μου και η καρδια μου ηταν σε μια σκοτεινη αποθηκη, εκει που το κελυφος της βαλιτσουλας μου με τα πολυτιμα μου περιμενουν εναν βαριεστημενο υπαλληλο να τη βρει και να μας ξαναενωσει.
Μια απουσια τοσο κακοπροαιρετη απο το πουθενα και τοσο ανευ σημασιας για τον οποιοδηποτε αλλο.
Παω σε meetings, γυρναω στη πολη με τη πικρη χαρα της ανωνυμιας και της διαφορετικοτητας μου αλλα το μυαλο μου εκει ...
Ελπιζω να μην την εχουνε καπακωσει τιποτ' αλλες προστυχες, με ρουχα, εσωρουχα, καλτσες και επαγγελματικες συμφωνιες.
Προσπαθω να τη σκεφτομαι να στεκεται με μια απροσποιητη αποσταση απο τις αλλες στο χωρο ακριβως μπροστα στη πορτα της αναμονης της.
Η πορτα θ' ανοιξει και μια πλατια δεσμη φωτος θα τη λουσει.
Ο Φαμπριτσιο πενηνταπενταρης αλλα με μπριγιαντιν μαλλι, σωτηρας των αδικοχαμενων βαλιτσων στο θεαμα και στη προσμονη της θα ξεχασει τα δυο διαζυγια, τη παρακμη της Γιουβεντους και την ημικρανια των τριων τελευταιων ημερων και θα σκυψει να δει το κωδικο της.
Μετα θα ειναι ζητημα λιγων ωρων.
Μπορει τοτε, ποιος ξερει, να μαζευτω και στο σπιτι.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>.
Η εκδίκηση της μνήμης
141
Τρίτη, 27 Μαΐου 2008
03:52
Αυτό που νομίζεις ότι
δεν θ' αλλάξει ποτέ
αυτό αλλάζει.
Όλα τ' άλλα
μένουν ίδια.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Εκεί που ξέρεις
140
Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008
20:29
Ειχε σταθει εξω απο το σπιτι της και περιμενε.
Δεν την ακουσα που μου ειπε ασε με δω, ειναι κοντα, θα περπατησω.
Μ' ετρωγε, ηθελα να δω την αρρωστια του με τα ματια μου.
Πεταχτηκε μεσα απο τις σκιες σα μαλακισμενο φαντασμα.
Η πρωτη του κινηση ητανε να παει πισω απο τ' αμαξι και να διαβασει τις πινακιδες.
Μου ανεβηκε το αιμα στο κεφαλι.
Η λαμψη του τρελλου στο ματι καθως εσκυβε απο το παραθυρο να με δει να με θυματε.
Ξοφλημενε, κονομημενε, που νομιζεις οτι ολα αγοραζονται.
Ολα πληρωνονται, αλλα δεν αγοραζονται.
Τα λεφτα αγοραζονται μονο.
Με ψεμματα.
Δινεις ψεμματα, παιρνεις λεφτα. Και το αντιστροφο.
Τιποτ'αλλο δεν αγοραζεται.
Με κυνηγαγε με το αμαξι του ολη νυχτα στη πολη.
Μου αναβοσβηνε τα φωτα, εγω του'κλεινα το δρομο, του γελαγα και του' κανα κωλοδαχτυλα.
Χεστηκα και που'χε δυο περιστροφα στο κωλοαμαξι του.
Να τα βαλει κει που ηξερε.
Πηγε να μου βγει τρεις φορες, εκοψα το τιμονι και του πηρα το φτερο και το προφυλαχτηρα. Τη τελευταια αναγκαστηκε και 'κοψε μεσα σ' ενα χαντακι.
Απο το καθρεφτη μου, η τελευταια εικονα, ο κωλος του μπεμβε του, με κοκκινα αλαρμ κοιταγε τον ουρανο.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Πίσω απ' τα μαύρα γυαλιά
146
Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008
18:14
Σ' όλους το ψιλόβροχο κάτι λέει.
Σ' εμένα τίποτα.
10 η ωρα.
Η ωρα που αρχιζουν και πεφτουν τα τηλεφωνα απο τα Γιαπωνεζαδικα.
Γυρναω αρματωμενος μες στη πολη και δε απανταω.
Με τα ακουστικα στ'αυτια, και τα γυαλια ηλιου στα ματια.
Να μην ξερουν που κοιταω, να μην ξερουν τι ακουω.
Να μην ξερουν αν τα ματια μου ειναι ανοιχτα η' κλειστα.
Ανοιχτα ειναι.
Μ' αρεσει να βλεπω την αχρηστη καλοσυνη τους.
Μηνυματα, κλησεις, αναπαντητες.
Που εισαι; Θα 'ρθεις; Σε περιμενω. Μου 'λειψες.
Κι εμενα μου 'λειψες.
Γι αυτο και τα μαυρα γυαλια.
Αλλα δε σε περιμενω.
Θα κοιμηθω στο αμαξι αποψε.
Να μη με βρεις.
Να μη με βρεις ποτε.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>..
13 χρόνια. Για ποιό λόγο;
178
Κυριακή, 13 Απριλίου 2008
19:40
Wake me up and save me
call my name and save me
Αγορασα λουλουδια οπως κανω καθε Ανοιξη.
Ετσι να ξορκισω τη πουτανα την ελληνικη ανοιξη.
Τα' βαλα στη βεραντα, εφτιαξα φραπε, καθισα.
Εκλεισα τα ματια, ελληνικο ραδιο στο ιντερνετ, υποκρισια, αθωα υποκρισια, σα να γεννηθηκα χτες, σα να μη ξερω.
Δεν ξερω καν αν ειμαι αληθινος. Μιλαω αγγλικα, ειρωνευομαι και ερωτευομαι κινεζους, και μετα παλι απο τοσα χρονια εξακολουθω να μη καταλαβαινω τους Ελληνες. Τοσο ψεμμα που το χωρανε, τοση κριτικη και αυτοκριτικη.
Σαν τα λαθη τους να ειναι μονο το αλλοθι για την αυτοκριτικη.
Εσεις ξερετε καλυτερα.
Αυτο που μ'εδιωξε απο κει περα δεν ειναι ετοιμο να μου πει γυρνα πισω.
Δεν μου αξιζει.
Ειναι κατι ειδη τζιτζικιων που ζουν σα προνυμφες στο χωμα για 13 ολοκληρα χρονια και μετα βγαινουν στο φως για λιγες βδομαδες.
Και κατι αλλα που το κανουν αυτο ανα 17 χρονια.
13
17
Γιατι;
Why?
Whisema?
Το 13 και το 17 ειναι πρωτοι αριθμοι.
Το κανουν αυτο ετσι ωστε κανενας απο τους εχθρους τους δεν μπορει να κανονισει το βιολογικο του κυκλο αναλογα. Αν ηταν ανα 12, 14, 15, 16, 18 καποια ειδη με κυκλο ζωης 2 η' 3 η' 4 η' 5 η' 6 η' 7 η' 8 η' 9 θα τους την ειχανε στημενη. Αυτα ομως τα μαγκακια τα πονηρα τους την κανανε μεσω των μαθηματικων.
Τοτε βγαινουν στο φως, και ολοι οι γκαντεμηδες και οι ρουφιανοι που τους κυνηγανε τα εχουνε φτυσει. Οι κυκλοι τους οι βιολογικοι εχουνε μεινει απο λαστιχο. Αυτοι εχουνε ακομα κανα δυο βδομαδουλες να τραγουδανε ανενοχλητοι στον ηλιο. Στο κατω κατω εξαρχης αυτο ητανε που θελανε.
13
13 χρονια.
Θα περιμενω λιγο, ως το 13.
Κι αν δεν ειναι ολα ο.κ. θα περιμενω ως το 17.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Δείπνο με άλογο
82
Σάββατο, 5 Απριλίου 2008
17:44
Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη.
Τρωγαμε θαλασσινα ψαχνοντας να βρουμε τροπους να δειχτουμε ο ενας στον αλλο πιο ευφυεις, πιο αυταρκεις, και πιο μεσα στα πραγματα.
Και ποια πραγματα; Tην Κινεζικη διαδρομη μεσα στην υποκρισια η΄την ελληνικη αφασικη παρακμη και ελλειψη σαν ενας διαρκης πονος στο αριστερο ματι.
Ειμασταν και οι δυο πιο μονοι κι απο χαμενο τάσι στην Εθνικη Οδο αλλα το σινιε μαυρο ταγιερ της και η γραβατα μου με τα ιερογλυφικα της χαμενης γραφης των Νάσι του Γιουναν μας εδιναν μια καλυψη κι ενα αναχωμα στην προιουσα εσωτερικη καταρρευση.
Καταλαβαιναμε ο ενας τον αλλο σε βαθμο απροσδοκητο και οδυνηρο.
Εσυ δεν εισαι Κινεζα, της ελεγα.
Εσυ δεν εισαι σαν τους αλλους μου ελεγε, ομαδοποιωντας σωρηδον ολες τις διαψευσεις της.
Μια ομορφια αποκοσμη και στιφη, χαμογελο που διαλυοταν πριν φτασει στα ματια.
Παραγγειλε φτερο καρχαρια πανω σε φρουτο του παθους, εγω κατι οστρακα επιχειρωντας για αλλη μια φορα τον ματαιο αγωνα να εξοικονομησω μαζι και κανα μισο λεμονι.
Αν μη τι αλλο ειχε γουστο, κι αν καποιος που ξερει και παραγγελνει τοσο εξεζητημενο πιατο σου λεει οτι εισαι ξεχωριστος μεσα σ' αυτο το διαβολομέρος, δε μπορει να σημαινει κατι αλλο απο το οτι η μπογια σου ξεβαφει πιο αργα απο την βαφη των μαλλιων σου. Κι αυτο παντα ειναι κατι.
Χαιρομουνα τη συζητηση και με τη βοηθεια του κρασιου χαλαρωνα σα βατραχος πανω σε νουφαρο στη λιμνη, οι περαστικες και σαν πευκοβελονες νυξεις της ΜηνΕλπιζειςΤιποταΑποΜενα, μ'εκαναν να χαμογελαω με ενα ΚαιΠοιοςΣουΕιπεΟτιΘελωΚατι τροπο.
Η δυναμη του να μη θελεις τιποτα. Συνεχως διεκδικησιμη δεν την ειχε αντιμετωπισει ποτε κι αυτο την εφερνε σε μια αμηχανια που οδηγουσε σε χαριτωμενα ξεσπασματα που τα απολαμβανα σα το λεμονι που ελειπε απο τα οστρακα.
Καποια στιγμη στο αυτοκινητο οι αγκωνες μας ακουμπησαν και ηλεκτριστηκε σαν αλογο που το κεντανε αλλα το ανοιχτο λιβαδι μπροστα του το τρομαζε πιο πολυ απο τον κλειστο του σταυλο.
Της εστειλα ενα φιλι με το χερι καθως λεγαμε καληνυχτα.
Πηγε να κανει το ιδιο αλλα το χερι της κατεβηκε στα μισα της διαδρομης προς τα πανω. Δε πειραζει ... προλαβα να δω οτι το χαμογελο ειχε επιτελους κανει καταληψη στα μαυρα ματια.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Οδοί στο σεληνόφως
74
Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008
13:07
Η κουραση με τραβαει απο το μανικι, που θα πας μαλάκα αργα η' γρηγορα θα γινεις δικος μου παλι, μου λεει καθως ενα τραγουδι στο Best FM καταφερε για λιγο να με ανεβασει.
Και τι ξερεις εσυ μωρη; τσαμπουκαλευομαι μπας και της γλυτωσω.
Εγω ρε; Στα χερια μου μεγαλωσαν και πονεσαν και ματωσαν αντρες μ' ολοκαθαρη ματια ...
Το βουλωνω.
Γιατι να μην ειναι εθιστικο το πρασινο τσαι, τα χαπια λεκιθινης, το πλυσιμο του αυτοκινητου, το μποουλινγκ στη τελικη ρε αδερφε;
Το φεγγαρι καθρεφτιζεται μεσα στη λιμνουλα του γκολφ.
Eχω πεντεξι λεπτα ν' απολαυσω το συντομο ταξιδι του στα λιγα μετρα της διαμετρου της.
Αυτο δεν το ξερει.
Και μη πιστευετε αυτους τους ξενερωτους που σας λενε οτι ειναι ωραιες οι λιμπελουλες. Κατι μεγαλα κουνουπια ειναι.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Τα δάκρυα της Κόκο
104
Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008
18:48
Εκεινο το βραδυ εβλεπα τη Κόκο πρωτη φορα αλλα αυτο δεν την εμποδισε να κλαψει στην αγκαλια μου.
Ολα τα κοριτσια του μπαρ μας κοιταγανε με μιαν απορια εμπλουτισμενη με λεπτες ανταυγειες μισους και ζηλειας. Τι της εκανες, μου λεγανε με ματια που ηταν σα τεντωμενες χορδες. Εγω τιποτα, ηθελα να τους πεταξω στα μουτρα. Ισα ισα δεν ειναι δικαιο. Εγω πληρωνω τα ποτα της και αν επρεπε καποιος να εχει το προνομιο να κλαψει και να απαιτησει παρηγορια αυτος θα επρεπε να ειμαι γω. Ημουνα ομως αφοσιωμενος να χαιδευω τη πλατη της Κοκο μπας και της περασει ο πανικος και δεν ειχα διαθεση για εξηγησεις.
Μαλλον τσιμπησε που ειχα βαψει τα μαλλια μου και καμια δεκαρια χρονακια μου τουλαχιστον κρυβοντουσαν. Ισως και το αφθονο Σαντορι που'χε κατεβασει με το Γιαπωνεζο στο σεπαρε να'χε λυσει και καποιους κακοδεμενους κομπους μεσα της. Μολις με ειδε παρατησε το Γιαπωνεζο που ετσι και αλλιως την ειχε πεσει και κοιμοτανε στο καναπε και αφου εδωσε μιαν αγκωνια σε μιαν αλλη σχιστοματα που κατευθυνοταν προς το μερος μου, καθησε στο διπλανο σκαμπω.
Κερνας ποτο, με ρωτησε. Αν πινεις μπυρα ευχαριστως, της ειπα. Και μετα απ' αυτη την λεπτεπιλεπτη ανιχνευση προθεσεων αρχισαμε κατι που εμοιαζε γνωριμια αλλα παιζοντας αυτο το παιχνιδι καιρο ξερεις οτι ειναι το τι θα ηθελα να ημουνα αν δεν ...
Μπυρες, αστεια, τυχαιες επαφες. Χρονος κερδισμενος απλως και μονο με την απουσια του βαρους του.
Ηταν η πιο ωραια στο μπαρ, και φανταζομαι και η πιο ωραια στο μακρινο Μογγολικο χωριο της. Αυτη η ομορφια της μπορει καποτε και να την εσωζε, αλλα εμενα κατι μου ελεγε πως οχι. Πολυ πιστη στην ομορφια της, λιγη πιστη στον εαυτο της και ... βιασυνη. Δε θα τη πηγαινε πολυ μακρια, αλλα κι εγω σα μαντης δεν ειχα διαπρεψει.
Μου ζητησε να γινει το κοριτσι μου κι εγω της ειπα οχι γιατι ειχα δουλειά.
Τα ματια της ανοιξαν διαπλατα για ελαχιστο κι επειτα πηραν παλι το σχημα που ηταν η καλυτερη προστασια για την αμμο που σηκωνε ο αερας της Μογγολικης ερημου.
Ξαναρωτησε γιατι και της ειπα δε ξερω.
Εκει ηταν που αρχισε να κλαιει, στην αρχη σιγανα και μετα πιο εντονα.
Την πηρα αγκαλια και την κρατησα οπως θα ηθελα να κανει αυτη για μενα αν κατι καπου ηταν περισσοτερο και κατι αλλο λιγο λιγοτερο.
Οταν ηρεμησε, ο χρονος ειχε επιστρεψει κι αυτος.
Πριν φυγω δεν αντισταθηκα καθολου να τη κοιταξω βαθεια στα ματια.
Μπορει να ξαναπερναγα απο κει.
Αλλα αυτη τη φορα δε θα 'χα βαμμενα τα μαλλια μου.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Ψεύτης λωτός
109
Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008
20:32
Επειδη τα δακρυα
ειναι κι αυτα
πατριδα που δε χανεται
Το Σαββατοβραδο πεφτει στη πολη σαν ενας απο πριν ματαιωμενος αραβωνας.
Οι μονοι αληθινα ευτυχεις ειναι τα παιδια και οι προσφατα ερωτευμενοι. Των αλλων η πληξη και η κουραση εχουν χτυπησει βυσσινι αλλα εχουν μαθει οτι το να χαμογελας συνεχεια ειναι το πιο ασφαλες απ' ολα. Το καθεστως σε θελει να χαμογελας, ετσι δειχνεις οτι εισαι ευτυχισμενος ετσι οπως σου τα 'χει φροντισει ολα στη ζωη σου.
Εσυ ομως μικρε Κινεζο εχεις βρει τροπο ν'αντιστεκεσαι, ε? Γι' αυτο και φτυνεις συνεχεια, ετσι δεν ειναι? Σε καταλαβα εγω οταν μ' επιασα να φτυνω αποσβολωμενος απο αυτο το μειγμα αηδιας, βαρεμαρας, αποριας.
Και που να πας? Απο τη μια ο απεραντος ωκεανος, απο την αλλη η ερημος, απο πανω το κρυο.
Πηρα το αμαξι, απο το να φτυνω καλυτερα να γυρναω γυρω στη πολη σα το σκυλο.
Φωτα, μια ντισκο, ο Βουδας να τη κανει.
Μπαινω, η μυρωδια απο τις τουαλετες φτανει ως το dj.
Καποιος Κινεζος που την εχει δει Αλκης Στεας κανει λοταρια στη πιστα.
Ασπρο κοστουμι, μαυρο πουκαμισο, υπαρχει θεος και δε βλεπω το χρωμα απ' τα παπουτσια του. Τα βαφω ασπρα στο μυαλο μου, να γλυτωσω.
Τι στο διαλο γινεται?
Μετα βγαινει μια σανιδοκινεζα και αρχιζει να καταπινει σπαθια, να ξαπλωνει πανω σε γυαλια, ν'αγκαλιαζει φιδια και να πινει εικοσι μπυρες μονορουφι πανω στη πιστα. Μεσα σε ενα ορυμαγδο απο ταρατατζουμ και με τον Αλκη να ουρλιαζει για να συνεπαρει ταχα μου το κοσμο.
Αυτο γι' αυτους ειναι διασκεδαση.
Για μενα ειναι η κολαση επι της γης.
Ξαναπαιρνω το αμαξι, καβατζαρισα δυο κουτακια μπυρες, παω στη παραλια.
Σκοταδι, ομιχλη, ο ωκεανος δε φαινεται αλλα εγω τον ακουω.
Καθομαι στην αμμο, ο ηχος που κανει το κουτακι της μπυρας που ανοιγω ειναι λυτρωση. Αρχιζω να τη σιγοπινω.
Ακουω τα κυματα.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Με τη ψιλη
102
Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008
17:35
Τα μαλλια μου μακρυναν και ητανε μια αηδια πλεον.
Μεγαλε, σκεφτηκα, κοιτα να δειξεις πουθενα αλλου τον αντικομφορμισμο σου και αντε για κανα καλο κουρεμα.
Ο μεγαλος συμφωνησε.
Ο Πρινς - ο Βουδας να τον εχει καλα κι αν οχι πατσαβουρογκομενες να του φερνει αφθονες ξεθυμασμενες μπυρες, ετσι οπως ενας σωστος Κινεζος προτιμαει - μου'χε πει για ενα καλο κουρειο.
Πηγα, μ'αρχισανε τις υποκλισεις, μου πηρανε το μπουφαν. Τους φωναξα, μαζεψα κατι ψιλα που ειχα μεσα και τους το ξαναδωσα.
Οι καθρεφτες ηταν εγκαθετοι μεσα σε ενυδρεια πλατους πεντε εκατοστων, εκει οπου χρυσοψαρα ειχαν παρανοησει να πανε πανω-κατω αντι περα-δωθε και γυρω-γυρω οπως θα αρμοζε σε καθε καρανορμαλ χρυσοψαρο.
Τα λυπηθηκα, αλλα τα ξεχασα αμεσως οταν ειδα την πανβρωμικη καρεκλα που μου δειξανε να καθησω και την ελεεινη πετσετα που μου βαλανε για να μη γεμισω τριχες. Δε βαριεσαι, δε μας βλεπει κανενας σκεφτηκα και μ'αυτο πηρα θαρρος για επιπλεον στυλιστικες ατιμωσεις.
Ειχα σωσει κατι φωτογραφιες στο κινητο για το κουρεμα που ηθελα, αλλα η Κινεζα λουγκρα που με ανελαβε με τρελλανε στα 'α'ι' νόου, α'ι' νόου' για να με κανει σα γιδι στο φιναλε.
Απογοητευμενος σα χρυσοψαρο που ξεθυμανε το χρυσαφι των λεπιων του, δεν εβρισα, δε φωναξα και παραδοθηκα σε μια αποδοχη της μοιρας μου που δεν υποσχοταν τιποτα παραπανω απο τον εαυτο της.
Δε πειραζει, αυριο θα ξαναπαω για να τα ξυρισω, σκεφτηκα.
Ποσοι λιγοτεροι μπελαδες και κακογουστια στο φτωχο, ξερο κεφαλι μου.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Κακο πνευμα τρεχει λυπημενο μες στη πολη
65
Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008
17:00
Ξημερωματα Κυριακης και γυριζα στους δρομους σαν το κακο πνευμα της πολης.
Ολα τα γνωστα και εμπιστα μερη ηταν κλειστα, μονο κατι κακογουστα φωτα νεον υποσχονταν απολαυσεις που κανενας σοβαρος σκηνοθετης δε θα εβαζε για τρειλερ στη ταινια του. Και γω σε ταινια τεταρτης διαλογης δεν μουν διατεθειμενος να παιξω.
Γκαζωνα λοιπον και επαιρνα τις στροφες με τις παντες περιμενοντας ματαια καποιο περιπολικο να ασχοληθει μαζι μου αλλα οι οδηγοι τους απ' οτι φαινεται ταξιδευαν το πνευμα τους σε ανθισμενους ορυζωνες της Νοτιας Κινας.
Παραμυθιαζομουνα οτι ζουσα σε μια πολη ανθρωπων, οτι υπηρχαν ζωντανοι ακομα μεσα στα σκοτεινα σπιτια και οχι ξεθεωμενοι, αποχαυνωμενοι Κινεζοι απο φτηνη μπυρα, φτηνο σεξ και φτηνη προπαγαντα.
Εβαλα ενα κοπιαρισμενο cd με παλια ελληνικα και η φωνη του Γιαννη Καλαντζη με πηρε απ' τα μουτρα: "...ειπα να σε ξεχασω μα σ' αποθυμησα, σ' αποθυμησα".
Ημουνα στη μεση απο ενα κυμα καρμικες βρισιες οταν περασα εξω απο ενα ξενοδοχειο που ο Πρινς μου ειχε πει οτι ειχε ενα υποφερτο μπαρ στον δευτερο η' στο τριτο. Κι εγω σε οτι ελεγε ο Πρινς εδινα βαση. Εχοντας βαρεθει να παιζω κρυφτο μονος μου αφου κανεις δε με εψαχνε, παρκαρα λοξα και τραβηξα για την εισοδο.
Ενας θυρωρος κοιμοταν σ'ενα καναπε και το ιδιο εκανε μια χλωμη Κινεζα στη ρεσεψιον. Πηγα απ'τις σκαλες. Μυρωδια απο απλυτη μοκετα. Νορμαλ. Στα μισα δεν υπηρχαν φωτα και βρεθηκα να ανεβαινω στα σκοτεινα ψαχουλευοντας. Εφτασα στο δευτερο και τον εφερα ολο γυρω ψαχνοντας αλλα τιποτα, μονο δωματια. Συνεχισα στο τριτο. Ηταν κι εδω μισοσκοτεινα, δεν ακουγοταν τιποτα. Ειδα μια τζαμαρια και πηγα προς τα κει. Δεν ηταν μπαρ, ηταν ενα γυμναστηριο. Ειχε διαδρομους, ποδηλατα και πεκ-ντεκ. Διαλεξα ενα ποδηλατο με θεα απο το παραθυρο στη πολη.
Αρχισα σιγα σιγα και μετα επιταχυνα. Ολο και επιταχυνα. Ιδρωνα, εβαζα ολο και περισσοτερη δυναμη, κοιταγα εξω σε μια πολη παγωμενη, σιωπηλη και ακινητη, μονο εγω να τρεχω με μεγαλη ταχυτητα και να βρισκομαι στο ιδιο σημειο.
Το πρωτο φως της Κυριακης με πετυχε μουσκεμα, ακουμπισμενο στο τιμονι με σφιγμενα δοντια να προσπαθω να κρατησω μεσα το τραγουδι του Καλατζη:" ... μα σ' αποθυυυυμησα, σ' αποθυυυυυμησα...".
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Για λιγο με το φεγγαρι
78
Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008
19:53
Ο παγωμενος αερας απο τον ωκεανο εκανε τις Κινεζουλες να φορανε δυο και τρεις σκελεες. Ετσι τα σωματα τους επαιρναν ενα περιεργο σχημα που πολυ απειχε απο του να χαρακτηριστει ελκυστικο. Αυτες βεβαια τετοιους χαρακτηρισμους τους ειχαν αφησει πολυ πισω πριν καν ερθει το κρυο στη πολη.
Απολαμβανα μια σαλατα απο φυκια μετασχηματιζοντας τα με το μυαλο μου σε μαρουλι - πως θατανε το μαρουλι αν το αφηνες μια νυχτα να πλαγιασει με παστες σαρδελες.
Απο μια γωνια του απεναντι κτιριου-τερατος που πριν δυο μηνες ουτε καν υπηρχε αρχισε να ξεπροβαλλει ενα γεματο φεγγαρι. Το κρυο το ενιωθες σαν κατι ζωντανο στον αερα ακομα και μεσα απο τα τζαμια του εστιατοριου. Ειχα ενα μισογεματο μπουκαλακι ζεστο σακε να τελειωσω με τα φυκια μου και κανενας δε θα μπορουσε να μου στερησει αυτες τις απολαυσεις. Κανενας ...
Οταν ηρθε και καθισε στο τραπεζι μου νομισα πως ειχε γινει καποιο λαθος, πως με ειχε περασει γι' αλλον. Με χαιρετησε και με ρωτησε απο που ειμαι. Της ειπα και ασυναισθητα γυρισα να δω αν το φεγγαρι ηταν ακομα στη θεση του και μετα κοιταξα το μπουκαλακι το σακε.
Δεν ειχα δει πιο ομορφο προσωπο στη ζωη μου. Το χαμογελο της ηταν διαφανο, το δερμα της πιο ασπρο κι απο το πρωτο φετινο ρυζι και τα ματια της στρογγυλα σαν τα δικα μου. Φοβερο προσον για Κινεζα. Θα μπορουσα να γραφτω ακομα και στο Κομμα για χαρη της εαν αυτο διευκολυνε εστω και καπως τα πραγματα.
Φλυαρησαμε. Ητανε ευχαριστη και πνευματωδης. Ηταν απο τη Σαγκαη και ειχε ερθει να κανει μια παρουσιαση της εταιρειας της. Ενα συννεφο περασε μπροστα απο το γεματο φεγγαρι. Ειχε σπουδασει Αγγλικη γλωσσα στο πανεπιστημιο και ειχε βγει πρωτη σε διαγωνισμο απαγγελιας αγγλικου κειμενου δυο φορες. Ταλεντο. Θα εφευγε αυριο για τη Σαγκαη και δεν ηξερε ποτε επροκειτο να ξαναγυρισει. Μου κοπηκε η ορεξη και για κουβεντα και για φυκια. Μονο σακε ηθελα πλεον. Οι απαντησεις μου εγιναν μονολεκτικες. Κατι καταλαβε -αλλα σιγουρα οχι το σωστο- μου ειπε οτι χαρηκε πολυ και εφυγε.
Δεν την κοιταξα καθως εφευγε. Καπως επρεπε κι εγω να προφυλαξω τον εαυτο μου.
Φωναξα το σερβιτορο και του εδωσα τα φυκια στο χερι.
"Παρτ' αυτα απο δω και φερε μου ενα σακε", του ειπα μ'ενα υφος σα να μου'χε σκοτωσει τη μανα.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Που τη βλεπεις τη πλακα;
100
Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008
17:32
Πολλα νευρα τελευταια και ειπα να βαλω σε λειτουργια τα μεγαλα μεσα.
Σαουνα εντατικη και ποδομασαζ με στοχο να γινω φυτο απο τη χαλαρωση.
Η' τουλαχιστον να αποκτησω το mood "Κινεζος θυρωρος".
Καθολου ευκολο.
Μπαινοβγαινω σε μια σαουνα που εχει χτυπησει 90 βαθμους κι ενας ατριχος μικροτσουτσουνος Κινεζος πεταει νερο με το κιλο στις καυτες πετρες.
Νομιζω θα μου φυγει το δερμα.
Κρυο ντους.
Ζαλαδα μου'ρχεται.
Οι Κινεζοι με κοιταζουν μετρωντας με το ματι τα προσοντα μου.
Το κερατο μου.
Παω να σκουπιστω.
Ερχεται το παιδι της σαουνας μου βαζει τη πετσετα στη πλατη και αρχιζει,
"Σεξι μασαζι;" , "Oχι ρε διαολε" του λεω "μασαζι σκετο, και σταματα να με τριβεις εκει περα μη σου κανω γω σεξι μασαζι".
Καθομαι σε μια πολυθρονα σε ενα μεγαλο δωματιο που ειναι αλλοι δεκαπεντε απο τους οποιους οι πεντε ροχαλιζουν και περιμενω ενω ακουω κατι Κινεζους στη τηλεοραση να τσιριζουν σαν υστερικοι.
Ερχεται μια κοπελια μασωντας τσιχλα και απλωνοντας γυρω μου ενα αρωμα φραουλας. Μια οδοντοκρεμα θα ηταν πιο αποτελεσματικη σκεφτομαι, αλλα δε ξερω πως το λενε αυτο στα κινεζικα.
Μου κανει μασαζ στα ποδια και που και που μολις παω να κλεισω τα ματια μου και να σκεφτω λειβαδια αυτη σκαει τη τσιχλοφουσκα.
Nτυνομαι αποφευγοντας να κοιταξω κανενα στα ματια.
Παει κι αυτο, σκεφτομαι πληρωνοντας.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Ποιο φεγγαρι μωρε;
121
Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008
17:34
Δεν ξερω αν ειχε πανσεληνο η' ημισεληνο η' το φεγγαρι την ειχε κοπανισει.
Απο την ομιχλη και την καταχνια ειχαμε να δουμε ουρανο πανω απο ενα μηνα.
Η πολη ηταν σαν ενα καραβι αφημενο να πλεει μεσα στην ασαφεια.
Ακουγες τη σειρηνα του φαρου ολη μερα κι ολη νυχτα.
Απο την βεραντα μου σχεδον δεν εβλεπα το δρομο, απλωνα το χερι και επιανα την ομιχλη με τη χουφτα. Με περασε ενας φοβος οτι τωρα που δεν εβλεπε κανενας τη πολη αυτη μπορει να ξεκολλαγε και να χανοτανε στον ωκεανο.
Ειπα να πεταχτω στο μπαρ που μαζευονταν οι ναυτικοι μπας και μου φυγει το ψυχοπλακωμα.
Βρεθηκα να τα λεω μ'ενα πενηνταρη καπετανιο απο το Πειραια. Κερασματα, γυναικοκουβεντες, γελαγε αλλα απο μεσα του φαινοτανε χαρακωμενος. Καποια στιγμη χτυπησε το κινητο.
Τα "ελα μωρο μου" της αρχης τα διαδεχτηκαν σκιες. Το χερι του αρχισε να τρεμει. Μολις που προλαβα ν'ακουσω "ρε μαλακα....ρε ξεφτιλα...". Πηγε να πιασει το ποτηρι με το ουισκι αλλα δεν προλαβε, σωριαστηκε στο πατωμα.
Τον πηγαμε στο νοσοκομειο της πολης. Πηρα κι ενα Κινεζο μαζι να μιλησει με τους γιατρους. Καθησαμε απ'εξω απο το δωματιο και περιμεναμε.
Φερανε καποιον σ'ενα φορειο. Πισω του δυο γυναικες κλαιγανε.
Ο Κινεζος ψαρεψε να δει τι εγινε. Η μια ητανε η μανα του η αλλη η φιλεναδα του. Η φιλεναδα του τον μαχαιρωσε απο ζηλεια κι απο μεθυσι. Οι Κινεζοι δε ξερουνε να πινουνε, ποσο μαλλον οι Κινεζες.
Καθησαμε εκει τρεις ωρες. Η φιλεναδα να κλαιει ολη την ωρα εξω απο το θαλαμο. Ψυχη δε φανηκε. Ουτε φιλος, ουτε συγγενης, ουτε αστυνομια. Τη λυπομουνα. Την ιδια ωρα ενα μαχαιρι ειχε βγει στο Πειραια και ενα δω περα.
Ο καπετανιος τη σκαπουλαρε.
Γυρισα σπιτι.
Βγηκα στη βεραντα με μια μπυρα. Λιγο να ξεχασω τι ειδα.
Ενα αμαξι σταματησε απο κατω.
Ο οδηγος πεταχτηκε και πηγε απ'την αλλη και τραβηξε μια γυναικα εξω.
Την πεταξε κατω και αρχισε να τη κλωτσαει.
Αυτος φωναζε, αυτη εσκουζε.
Zυγισα τη μισογεματη μπυρα και του την πεταξα απο τον πεμπτο.
Εσκασε διπλα του.
Σαστισε τοσο που επεσε κατω.
Αρχισε να βριζει.
Τωρα θα δεις ρε πουστη, του φωναξα.
Πηρα και αλλα μπουκαλια και του τα πεταγα, ενα επεσε πανω στην οροφη του αυτοκινητου.
Ωραιο ηχο εκανε.
Η Κινεζα δεν ειχε σταματησει να σκουζει.
Τουλαχιστον ομως δεν τις ετρωγε.
Αυτο, τι διαολο επρεπε να μου το αναγνωρισει.
Την εβαλε μεσα, φυγανε.
Θελω να πιστευω οτι απο τη λαχταρα που πηρε δεν θα ειχε πια το κουραγιο να τη σαπισει στο ξυλο.
Αλλα γι'αυτο δε μπορει κανεις να ειναι σιγουρος
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Ρωτα τον Τζωρτζ
128
Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008
16:25
Το να ζεις μακρια απο τη χωρα σου σε βαζει σε μια κατασταση που μοιαζει εικονικη πραγματικοτητα. Ζεις μεσα σε εγνοιες και επικαιροτητες αλλων που ομως δεν σε αγγιζουν στο παραμικρο. Απ'την αλλη, αυτα που συμβαινουν στη χωρα σου ερχονται σε σενα σαν απο strobe lights. Ειναι μεν φως αλλα δεν σε βοηθαει να δεις και τοσο το χωρο που πατας, περισσοτερο σε μπερδευει, χανεις το βηματισμο σου, μενεις ακινητος οντας σιγουρος οτι κανεις δεν θα το καταλαβει.
Με πηραν να μου πουν οτι περπατουν στα χιονια μεχρι το γονατο και γω ενιωσα οτι τους προδιδα μη μπορωντας να εχω την αισθηση αυτη η' μια μικρη αντανακλαση της εκπληξης τους. Τιποτα δεν μου κανει εκπληξη. Δεν συμμετεχω κι αυτο ειναι ενας αργος θανατος.
Ουτε καν τα μεγαλα γεγονοτα δεν φτανουν πανω απο μια κατασταση ημιχλιαρου. Οταν πηραμε το Πανευρωπαικο εβγαλα μια Ελληνικη σημαια απο το αυτοκινητο και την αφηνα να ανεμιζει περνωντας μεσα απο τα Ρουμανικα χωρια. Πρωτο χωριο, δευτερο χωριο ... την εβαλα μεσα κι ανοιξα το ραδιο.
Θελοντας να κοιμισω αυτη την πικρη αντιληψη πηγα στο ντιβιντοκλαμπ.
Ο Κινεζος - μαυρο κουστουμι, καφε ζιβαγκο, σκαρπινι - εφτυσε στο πατωμα απο ικανοποιηση μολις με ειδε.
Η μυρωδια απο βρασμενο λαχανο ηταν το μονο εξωτικο στοιχειο στο χωρο.
Προσπαθησα να κρατησω μιαν αποσταση απο το μαυρο κουστουμι του αλλα δεν τα καταφερα.
Μου ανοιξε μια βαλιτσα και μου 'δειξε το "πραμα".
Ασυναισθητα κοιταξα πανω απο τον ωμο μου.
Ενταξει.
Ο Τζωρτζ Κλουνι με υφος αλα Τζωρτζ Κλουνι προσπαθουσε να με πεισει οτι μπορει να εισαι και ωραιος και να πινεις και να εχεις και κοινωνικη συνειδηση.
"Να σ'εριχναν εδω μεγαλε και θα σου'λεγα εγω απ'αυτα τα τρια τι θα σου'μενε. Μονο το μεσαιο" του ειπα μ' ενα virtual sms.
Πηρα οχτω ντιβιντακια (και τον Τζωρτζ).
"Θα'χουμε μαραθωνιο σημερα", σκεφτηκα.
Πληρωσα.
Ακουσα τον Κινεζο κατι να μου λεει, και με την φαντασια μου το εκανα "θες μια σακουλα;".
Toν κοιταζω ισια στα Κινεζικα ματια του "Οχι, θα τα παρω στο χερι" του λεω.
Βγαινοντας τον ακουσα να φτυνει.
Aπο ικανοποιηση.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Πυροτεχνηματα
122
Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008
20:24
Με απασχολησε πολυ, τ'ομολογω.
Τι εχουν αυτοι οι ανθρωποι και σκανε πυροτεχνηματα τοσες ωρες τωρα.
Κι αφου το κανουν πανε μετα και κλεινονται στη φωλια τους.
Η πολη αδεια.
Μετα απο τοσα πυροτεχνηματα, τετοιο παροξυσμο στον ουρανο δεν υπαρχει ψυχη στους δρομους.
Σαν καποιοι "καταραμενοι" για καποιο μικρο διαστημα να ειχαν το δικαιωμα να δηλωσουν την παρουσια τους.
Και πως να το κανουν ετσι ωστε να μετραει;
Πρεπει να εχει φασαρια, πρεπει να εχει σουξε.
Ετσι λοιπον το δηλωνουμε, γιατι μας δινεται αυτο το θορυβωδες, ταπεινο δικαιωμα να πουμε οτι υπαρχουμε.
Μεσα στη μαζα, μεσα στην ανωνυμια μας, κρυμμενοι μεσα σε ποσοστα αναπτυξης και συνθηκες απολυτης μιζεριας υπαρχουμε.
Θα καψουμε τον ουρανο σημερα.
Για δευτερολεπτα.
Οσο κραταει μια φωτοβολιδα σε μας.
Οσο κραταει το ανοιγμα μιας σαμπανιας σε σας.
Παραγγελια ...
(νοητα ... μαζι με ολες τις φυλες του κοσμου που θελουν να γινουν πλουσιες σε μια νυχτα)
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Η Μερα της Βαλιτσας
202
Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2007
02:51
Σημερα ειναι η "Mερα της Βαλιτσας".
Αυτο θα πει οτι σημερα αγοραζω τη βαλιτσα που θα με ακολουθησει στο ταξιδι του γυρισμου.
Θα την αγορασω και μετα θα την παω για ενα καφε. Να με συνηθισει. Και να τη δουν ολοι.
Θα δεχτει προσωπικα μου πραγματα, τα περισσοτερα δωρα αγαπης που πρεπει να τα κραταει ζεστα εκει ψηλα στα 30,000 ποδια και στους -40 βαθμους.
Βεβαια θα ηθελα να ειναι μια κοκκινη, κατακοκκινη τωρα στην επιστροφη στην Ελλαδα και να μπορω να την αλλαξω με μια γκριζα οταν ξαναγυρισω εδω.
Σαν τα πανια του Θησεα...
Θα την αφησω ολη την εβδομαδα ανοιχτη.
Καθε λιγο θα βαζω και κατι μεσα της και θ'αφησω την εικονα του να διαχεεται στο δωματιο.
Ειναι η προπαρασκευη αυτη.
Ειναι η καθαρση.
Καθε δωρο που θ'αγοραζω και θα το βαζω μεσα θα με φερνει και πιο κοντα στη πατριδα και την οικογενεια.
Συγχρονως ενα μικρο κομματακι λυπης θα ξεκολλαει απο πανω μου και θα πεφτει κατω.
Στο αεροδρομιο πρεπει να ειμαι χαμογελαστος.
Κανενας να μην καταλαβει.
Πρεπει να τα εξηγησω αυτα στη βαλιτσα μου.
Ελπιζω να δειξει χαρακτηρα.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
Μια συντομη εκδρομη
Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007
12:41
Πηρα το αυτοκινητο και οδηγησα (χωρις διπλωμα) μεχρι ενα κοντινο βουνο.
Περασα μεσα απο πανβρωμικες πολεις αλλα ειχα κλεισει τα παραθυρα και ειχα βαλει στο cd player το "Tag und nacht" του Grosse Schiller.
Ο καιρος ειναι δροσερος και ο ουρανος δεν ειχε σημερα την συνηθισμενη του καταχνια.
Περασα διπλα σ'ενα μικρο χωριο που ειχε πολλα περιβολια. Υπηρχαν αρκετοι Κινεζοι που εσκαβαν στις βραγιες αλλα κανεις δεν σηκωσε το κεφαλι να με κοιταξει.
Στην εξοδο του χωριου μια κοπελα καθισμενη σε μια πετρα περιμενε με δυο ναυλον σακουλες αφημενες δεξια και αριστερα της. Περασε ενα παμπαλαιο λεωφορειο εκεινη τη στιγμη και οταν κοιταξα απο τον καθρεφτη η πετρα ηταν αδεια.
Πηγαινα φιδογυριστα διπλα σ'ενα ρυακι. Αφου ανεβηκα καμποσο εφτασα σε μια λιμνη που γυρω της ειχε ενα ξεφωτο. Παρκαρα το αμαξι. Πηρα το μπουφαν και την ψηφιακη καμερα.
Εκανα το μισο γυρο της λιμνης και ενα μονοπατι αρχιζε να ανεβαινει στο βουνο.
Περασα κατω απο μια εντελως κινεζικη πυλη απο βαριες πετρες. Κατι εγραφε αλλα ....
Γυρω απο το μονοπατι ειχε πολλους βραχους που καποιος καλλιτεχνης ειχε σκαλισει προσωπα επιφανων καλλιτεχνων κι επιστημονων. Γνωρισα μονο τον Σαιξπηρ και τον Αινσταιν.
Τα δενδρα ηταν χωρις φυλλα και ολη η βλαστηση - κυριως βατομουριες- ηταν ξερη.
Οταν το ανεβασμα με λαχανιασε, σταματησα σε μια πετρα και κοιταξα κατω τον Κινεζικο καμπο. Μπορουσα να βλεπω τρεις πολεις απο κει, τα φουγαρα τους καπνιζαν ασταματητα, αυτοκινητα πηγαιναν κι ερχονταν.
Σε μια ερημια της Κινας, σ'ενα τοπιο που το κρυο το ειχε ερημωσει, εμενα να κοιταζω απο ψηλα ανθρωπους και αντικειμενα που δεν μου ελεγαν απολυτως τιποτα.
Μια λυπη για τους αγαπημενους μου και τις ομορφιες της χωρας μου.
Στο γυρισμο, η ψηφιακη καμερα μου γλιστρησε απ'τα χερια επεσε στο πετρινο μονοπατι κι εσπασε.
Ετσι καμια φωτογραφια, κανενα τεκμηριο απ' αυτη τη βολτα. Μονο καπου στη μνημη θα μεινει η εικονα μου να κοιταω μονος απο ψηλα ενα θλιβερο κινεζικο τοπιο.
Στην επιστροφη με το αυτοκινητο μοιρασα αρκετες μουτζες στους κινεζους οδηγους που μου χαμογελουσαν.
>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>
