Tango onirico
14/9/2008
Εκαναν chat εδω και καιρο.
Εξι μηνες.
Υπηρχε κατι στη συνομιλια τους απο τη πρωτη ωρα. Υπηρχε χημεια. Επικοινωνουσαν ηταν φανερο. Της αφηνε μηνυματα οταν δεν ηταν ονλάιν να του στειλει μηνυμα στο κινητο οταν εμπαινε. Μονο μια φορα ειχαν μιλησει απο το τηλεφωνο και καταλαβαν και οι δυο οτι δεν τους πηγαινε. Το τσατ ητανε καλυτερο. Του 'λεγε οτι ειναι φοιτητρια στη Κομοτηνη κι απ΄αυτο εφτιαξε την εικονα της. Αν μετα απο λιγο καιρο του ελεγε οτι του ειχε πει ψεμματα και στη πραγματικοτητα εμενε στην απεναντι πολυκατοικια θα τον απογοητευε τρομερα. Αυτος ειχε φτιαξει την εικονα της, Αρχιτεκτονισσα τη Κομοτηνη στο τελευταιο ετος. Τελειωσε. Αν οποιαδηποτε στιγμη αργοτερα του 'λεγε οτι ειναι Αρχιτεκτονισσα στο Μετσοβειο, και ειχαν τα ιδια στεκια στα Εξαρχεια θα χαλιοτανε.
Ειχε χτισει πολλα σ' αυτη την εικονα. Την φανταζοτανε να περπαταει στα στενα της Κομοτηνης, να πινει το σκετο φραπε της με γαλα (πως τον πινεις το καφε σου?) στις καφετεριες, να περναει κατω απο το πυργο του ρολογιου βιαστικα για να παει στο μαθημα της (δεν παω σε ολα τα μαθηματα, μονο σε δυο που μ' αρεσουνε) να διαβαζει μονη της στο φοιτητικο της δωματιο (μονο ενα κρεβατι, ενα γραφειο-στο γραφειο τρωω, ενας καναπες διθεσιος, δυο καρεκλες, το κομπιουτερ) να μαγειρευει στη μικρη της κουζινα (μονο ομελετες και μακαροναδες χαχαχα....).
Ηξερε ποτε ηταν αρρωστη, ποτε κακοδιαθετη, ποτε ειχε πολυ διαβασμα, ποτε ειχε τσακωθει και με ποιον και γιατι. Μια φορα του ειχε πει οτι αφησε ενα παρτυ να ερθει στο κομπιουτερ να μιλησουνε, (ξαφνικα ενιωσα οτι μου λειπεις πολυ).
Την ειχε παρηγορησει (μονο εσυ με καταλαβαινεις) ειχαν κρατησει μουτρα (ηθελα να εισαι συ ο πρωτος που θα μου ελεγε χρονια πολλα) ειχαν αλλαξει τραγουδια και φωτογραφιες, ολες απο μακρινες ληψεις. Τον ειχε "δει" λυπημενο, μεθυσμενο, ενθουσιασμενο. Μεσα απο συνομιλιες χωρις προσωπα να βλεπονται ειχαν περασει ποταμια συναισθηματα, αληθινα και καμια φορα και βιαια (αισθανομαι την αγαπη σου σα βαρος οταν ζηλευεις ετσι).
Ολο το σκεφτονταν αλλα δεν το ελεγαν, δεν το τολμουσαν αλλα τους ετρωγε. Να συναντηθουν, καποτε να συναντηθουν. Αφου το κλωθογυρισαν αρκετα το αποφασισαν. Θα πηγαινε αυτος να τη συναντησει. Θα πηγαιναν για καφε. Να τα πουνε μονο. Κανονισαν τη μερα. Σαββατο απογευμα.
Πηρε το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονικη τη Παρασκευη. Στο ξενοδοχειο ετρωγε τα νυχια του απο αγωνια. Δομιμαζε ρουχα για την αλλη μερα. Εμεινε και την αλλη μερα στη Θεσσαλονικη. Το βραδυ πηρε το τραινο για την Αθηνα. Λυπημενος βαθεια αλλα ηρεμος. Καλυτερα. Ετσι κι αλλιως στις πεντε η ωρα κατω απο το ρολοι δεν περιμενε κανενας.
Δεν ξαναμιλησαν. Status invisible απο τοτε και οι δυο.
Του ειχε πει ποτε θα επαιρνε το πτυχιο. Εχοντας περασει τρεις μηνες απο κεινο το ραντεβου με την απουσια τους και μη νιωθοντας πλεον το ιδιο βαρος αποφασισε να παει να τη δει. Μονο συγχαρητηρια. Τιποτ' αλλο. Ειπε στον εαυτο του οτι ηταν μια σωστη κινηση.
Καθισε πισω πισω στο αμφιθεατρο και ειδε να παιρνουν τα διπλωματα τους. Τρεις τεσσερις θα μπορουσαν και να της εμοιαζαν. Πλησιασε μια που ηταν σιγουρος οτι δεν της εμοιαζε καθολου.
"Οχι" του ειπε "δεν εχουμε καμια Ναντια στο ετος μας".
Για λίγο αίσθημα
17/9/2008
Το οτι εισαι αμοιρος ευθυνων για τις συμφορες που σου τυχαινουν ειναι ενα απο τα παραμυθια για οσους δεν καταλαβαινουν.
Ο Σωτηρης αφηνοτανε στα παθη του σα βαρκα χωρις τιμονι. Κουπι βεβαια ειχε και το πλατσουριζε στα νερα και η βαρκα του γυρναγε τυχαια απο δω κι απο κει και καμια φορα φαινοτανε οτι προχωρουσε κιολας. Μια το χρηματιστηριο και τα δανεικα, μια οι γυναικες που του 'χανε κανει τη ζωη ενα χαμενο σεναριο.
Οταν δεχτηκε τη δουλεια για τη Κινα, σκεφτηκε μια ακομα καλη αρπαχτη και τις κιτρινουλες που θα πεφτανε σα τις μυγες πανω του. Αργοτερα, πολυ αργοτερα θα σκεφτοτανε ρε συ που ακουστηκε αυτο τα ψοφιμια νάχουν αναγκη τις μυγες, κι ομως.
Οταν αρχισε να μου λεει την ιστορια του και πηγε τοσο πισω, φοιτητης στη Ρουμανια, εγω παλια πουτανα, το ειδα το μυστικο. Μια ζωη με τοσο κραιπαλη, δε γινεται ρε φιλε, αφηνει σημαδια και για παντα και φορέβερ. Πως το λενε αυτο οταν κοιτας το σκοταδι σε κοιταει κι αυτο, και να σου πω και το ποιος ειδε πρωτος τον αλλονα ειναι ενα ερωτημα.
Αυτος καμαρωνε που ειχε αφησει πισω γυναικες να κλαινε, καμαρωνε που ειχε κλαψει για γυναικες που τον αφησανε. Για ολα καμαρωνε. Παντα μεσα ητανε. Ειτε καλος ειτε κακος ο πρωταγωνιστης αυτος ητανε,.
Πως μου τη δινει να ακουω κατι κακαντρακια μετα δυο ποτηρια και να καμρωνουνε που ματωσανε τη καρδια μιας στριπτιτζους -μια θεα σου λεω δικε μου, και μετα κανα τεταρτακι που τους τα΄φαγε η ταδε που μεταξυ μας τωρα δεν ελεγε και πολλα κι απορω και πως ειχα κολλησει μαζι της.
Δε βαριεσαι, σκεφτομουνα. Απο το να καθομαι να βαραω ενα πληκτρολογιο με τη γλωσσα κολλημενη στον ουρανισκο, ας ειναι ν' ακουω ενα Σωτηρη που πηδηξε στης γης τα περατα. Σιγα μη πονανε τα χαμενα λεφτα οσο οι χαμενες γυναικες, ε Σωτηρη τι λες κι εσυ;
Στην αναμνηση μιας απο Λαγος κωλωσε λιγο. Ρε συ, αυτη την αγαπαγα. Ισα ρε, του κανω τα ιδια δεν ειπες πριν λιγο και γι' αυτη απο τη Πελλα. Ελα ρε, αυτη ητανε κατι αλλο. Ολες κατι αλλο ειναι Σωτηρη μου. Καθεμια και κατι αλλο. Και συ κατι αλλο. Αλλο αν τα σκατωσες τελευταια και φερνει γυρες το μυαλο σου απο το Ιασι, στο Λαγος, στη Σανγκαη, στη Πελλα.
Δεν εχεις αδικο, μου κανει. Σιγα μην εχω του λεω. Και που θα βρεις το δικιο σου σημερα. Γελασε και μετα ξαναγελασε. Ωραια, σκεφτομαι, με τα ερωτικα τελειωσαμε. Α να πουμε και για κανα ποδοσφαιρο που 'χω καιρο.
Και δε μου λες ρε, σημερα που θα βρουμε να πηδηξουμε. Και τι ειμαι γω ρε συ? Καμια τσατσα? Ελα, κατι θα ξερεις.
Βγαινουμε εξω και του δειχνω. Θα στριψεις δεξια, μετα αριστερα, μετα ισια, μετα δεξια, μετα αριστερα και μετα ολο ισια θα το δεις.
Εχει καλες?
Εσενα θα σ' αρεσουνε, του λεω, μοντελα.
Εφυγε.
Καθισα.
Τον ειδα την αλλη μερα, την ιδια ωρα, καναδυο σκαμπω παραδιπλα.
Τι εγινε ρε? Πως περασες? Καλα?
Καλα μωρε, καλα. Αλλα με ξες τωρα εμενα. Αμα δεν υπαρχει και λιγο αισθημα ...
Σχεδόν σαν αλήθεια
18/9/2008
Ο Σουλιν ειναι απο τη Σιγκαπουρη. Εχει οικογενεια εκει και δυο παιδια. Δυο κορες 18 η μια, 22 η αλλη.
Δουλευει χρονια στο εξωτερικο. Βλεπει την οικογενεια του περιπου τρεις φορες το χρονο. Εδω και 17 χρονια αυτη η ιστορια. Εβλεπε τις κορες του να μεγαλωνουν και ν' αλλαζουν με ενα ρυθμο αφυσικο. Δεν καταλαβαινε και πολλα πραγματα πως εγιναν και οταν συνειδητοποιησε την ελλειψη τους η κατασταση ηταν μη αναστρεψιμος, το ιδιο και η λυπη του.
Ο Σουλιν ειναι καλος στη δουλεια του. Παιρνει πεντε φορες αυτα που θα 'παιρνε στη χωρα του. Τωρα αν τον ρωταγες θα ηθελε να τα δωσει πισω και ν' αγορασει κατι που δεν γινεται. Δεν το λεει ομως. Εμαθε να ειναι πρακτικος και να δεχεται τις ηττες που προκαλεσε η απιστευτη επιτυχια του. Ξερει οτι πρεπει να υποστει την επιτυχια του μεχρι τελους.
Οταν βρεθηκε στο μπαρ της Κελλυ και ειδε το νεαρο κοριτσι που του χαμογελαγε σα να του 'λεγε δε ξερω τιποτα, δεν εχω τιποτα και κατσε μακρια μου κατι ηταν που τον τσιμπησε. Δεν εχω δει φωτογραφιες, γι αυτο και λεω οτι μπορει να ηταν τα ματια, τα μαλλια, κατι απροσδιοριστο, ισως η διαφανη εικονα του κοριτσιου που μεγαλωσε χωρις πατερα. Ηξερε να διαβαζει τετοιες εικονες. Τις εβλεπε τρεις φορες το χρονο, καθε χρονο, εις διπλουν. Μεχρι που πετρωσε αυτο το αισθημα κι εγινε καθαρη αποσταση, αδυνατη στο να μετρηθει αλλα χειροπιαστη σα κιμωλια.
Αφου κερδισε την εμπιστοσυνη της της ειπε να μεινει μαζι του.
Αυτο εγινε αργα. Εδωσε καθημερινες εξετασεις αρνησης. Η αλλη εβλεπε.
Πηγε κι εμεινε μαζι του. Το διαμερισμα ηταν μεγαλο. Διακοσαεικοσι τετραγωνικα. Αυτος στο βορειοδυτικο δωματιο. Η Μαι Φει στο νοτιοανατολικο. Πιο μακρια δεν γινοταν. Πανω απο εικοσι μετρα μακρια.
Ο Σουλιν μαγειρευε. Αυτη καθαριζε κι επλενε. Οταν γυρναγε απ΄τη δουλεια ετρωγαν μαζι. Καποια βραδυα εβλεπαν και μαζι τηλεοραση και σχολιαζαν κιολας.
Ο Σουλιν πηγαινε στο μπαρ της και πινοντας μια μπυρα για κανα διωρο εβλεπε τι γινοταν και αν η κοπελλα κραταγε την υποσχεση της.
Ζουσαν ετσι για πολυ καιρο. Κατα καποιο τροπο ευτυχισμενοι. Συγκρατημενοι στο να εκφρασουν αυτο που φοβουνται αλλα εξυπνοι αρκετα στο να μπορουν να το χαιρονται με πολυ μικρες γουλιες. Φανταζομαι οτι οταν γυρισει πισω στη Σιγκαπουρη θα την παρει μαζι του. Μαλλον το πιστευω. Τον ειδα πως την κοιταζε καθως επινε αργα τη μια και μοναδικη μπυρα της μερας του.
Τα όργια της ερημίας
27/9/2009
Βασικα πηγαινε μαζι του επειδη ειχε ιντερνετ στο σπιτι.
Αυτος το ηξρε αλλα δεν τονε πειραζε καθολου. Λιγα ψιχουλα λαγνειας τα τσιμπαγε και αυτο του εφτανε.
Αυτη απ' την αλλη δεσμια του παθους της. Και το παθος της δε μπορουσε να το φχαριστηθει στα ιντερνετ καφε.
Το μονο τους προβλημα ηταν οταν ηθελαν και οι δυο να συνδεθουν. Ηξερε οτι αν της εκανε τη χαρη, αυτη θα κολλαγε και σε λιγο θα την επιανε ο οιστρος της και μετα θα ηταν αδυνατο να τη σηκωσει απο το κομπιουτερ. Και απο την καμερα.
Γι αυτο της ξεκαθαρισε οτι μεχρι τις δωδεκα και αν αυτος ηταν στο σπιτι δεν ηθελε να τη βλεπει να καθεται στο κομπιουτερ. Ξηγημενοι? Ενταξει ξηγημενοι. Μονο που καμια φορα αυτη του ξηγιοτανε κι αλλιως και τονε πεταγε αδειο και ξεχαρβαλωμενο στα σεντονια κι ετσι το ιντερνετ ηταν δικο της απο τις εννια. Ενταξει και παλι χαμενος δεν θα μπορουσε να πει οτι ητανε. Αν ομως του ερχοτανε να μπει να δει κανα μέιλ, κανα χρηματιστηριο τοτε ητανε χαμενος απο χερι. Δεν υπηρχε περιπτωση.
Στην αρχη νομισε οτι ολο της το παθος ητανε το τσατ. Του ειχε κιολας πει οτι μιλαγε με διαφορους απ' ολο το κοσμο. Ειχε φιλους απο Αιγυπτο, Βραζιλια, Γαλλια, Δανια, Ελβετια, Ζηλανδια, Ιταλια, Καναδα κ.α. μαλλον χωρα που να αρχιζει απο Θ δεν υπηρχε για αυτο και παρουσιαζοταν κι αυτο το κενο. Οτι μιλαγε μαζι τους και χαζοπαζαρευε. Ενταξει οτι τους φλερταρε ητανε δεδομενο αλλα σιγα εκει θα κολλαγαμε τωρα. Δεν ηξερε μονο το πως. Και ουτε θα μπορουσε να το φανταστει.
Ενα βραδυ ξυπνησε μεσα στη νυχτα διψασμενος. Ειχε ξεχασει να παρει τα χαπια της βαλεριανας που του χαριζαν το θειο δωρο του συνεχους πενταωρου υπνου. Κι ετσι την πατησε. Κι ετσι την ακουσε.
Καθως αυτη ηταν με τα ακουστικα στ' αυτια δεν τον ακουσε που πλησιαζε. Απολυτως αφοσιωμενη. Στο εργο της. Το σιγουρα θεαρεστο.
Πλησιασε. Και θαυμασε.
Η οθονη ειχε χωριστει σε δεκαεξι παραθυρα. Τεσσερα επι τεσσερα. Δεκαεξι αντρικα προσωπα. Σε διεγερση. Ή λιγο πριν ή λιγο μετα. Κι απο κατω η μπαρα κατακοκκινη. Κι αλλοι να στριμωχνονται να παρουν θεση. Καλα καλα να περιμενουν. Εχει για ολους.
Αυτη με τ' ακουστικα στ' αυτια να λικνιζεται αργα μπροστα στη καμερα. Γυμνουλα.
Δοσμενη. Στο κοσμο της. Σαν ενας υπερφυσικος υπερσεξουαλικος μαεστρος σκλαβωνε κι ελευθερωνε αρσενικα απ΄ολες τις γωνιες της υδρογειου. Ολοι οι αντρες ερημην ο ενας του αλλου, αγνωστοι ενωνονταν με αορατα νηματα. Μπουενος Αυρες, Σαντερλαντ, Κάιρο, Μπρασόβ, Νανσύ, Ελσίνκι, Ορχομενος.
Φάγετε εξ αυτου παντες. Τουτο εστι το σωμα μου. Και ολοι οι πιστοι του ποθου συνερρεαν και αφηναν τον οβολο τους.
Στη αρχη παγωσε. Μετα του 'ρθε να γελασει βλεποντας ολα αυτα τα προσωπα στην οθονη και τις εκφρασεις τους. Αλλα μετα νιωθοντας το μεγαλειο της στιγμης και της προσφορας της καθισε και θαυμασε.
Αργοτερα αρχισε να βαζει μουσικη. Αυτη συνεπαρμενη δεν τον εμποδισε. Ενα υπεροχο παγκοσμιο παρτυ ξεκινουσε απο το σπιτι του και ολοι ηταν καλεσμενοι. Σιγα μη το χαλαγε. Ευλογια και ελεος.
Subprime Bar
30/9/2008
Η Λι Λι και η Σου Σου δουλευαν στο μπαρ της Κάι Λι.
Τον Ιουνιο και τον Ιουλιο το μπαρ πηγαινε καλα η Κάι Λι κονομαγε και παιρνανε και κατι λιγα παραπανω και οι αλλες δυο που ειχανε ποσοστα απο τα ποτα. Τις ετσουζε ομως που η Κάι Λι επαιρνε τα περισσοτερα. Ιδια ηλικια ειχανε. Παρομοια ομορφουλες ητανε οποτε σου λεει γιατι αυτη και οχι κι εμεις. Κι ετσι της ειπανε να της δωσουνε κατι και να μοιρασουνε το μπαρ στα τρια. Αυτη ειπε οχι. Της ειπανε οτι θα φυγουνε και δε μπορουσανε μια ζωη να χαλανε το συκωτι τους για να κονομαει μονο αυτη. Κι αυτη τους ειπε καντε οτι θελετε.
Τοτε οι δυο τους πηρανε να χοντρο δανειο απο τη Bank of China και με κατι λιγα δανεικα απο δω κι απο κει στησανε ενα αλλο μπαρ. Βεβαια τον αερα τον χρυσοπληρωσανε, και τους διακοσμητες και το νοικι τις ετσουξε λιγο. Ουτε παζαρια ξερανε να κανουνε και τα κατασκευαστικα τα βαριοντουσαν, ετσι οι αλλοι κονομησανε γι αλλη μια φορα πανω στη πλατη τους.
Η Λι Λι ητανε η ομορφη, ητανε και ψυχουλα. Ολοι τη ψιλοθελανε και αυτη δε χαλαγε καρδιες αλλα ερωτευοτανε κι ευκολα. Με το παραμικρο δηλαδη. Η Σου Σου ητανε πιο σκληρη ητανε εικοσιπεντε και δεν ειχε παει με αντρα. Καπως σαν οι ρολοι να ειχανε μοιραστει αλλα ελα ομως που κανενας δεν ανεχοταν το ρολο του. Η Σου Σου ηθελε σα τρελλη να τη θελουν οι αντρες να τη πιλατευουν κι αυτοι να τους κανει ναζια και μονο βραχυπροθεσμα. Το να κανει τη λατζα και απο κατω να τη καιει ητανε ενα καθημερινο μαρτυριο. Η Λι Λι ηθελε να βρει ενα καλο παιδι. Να κουρνιαζει στην αγκαλια του τα βραδυα. Να περπατανε μαζι στη παραλια και να καθονται με τις ωρες στο καναπε με τις πυτζαμες.
Σε λαθος σωματα ή σε λαθος υπομονες βαλμενες.
Η Σου Σου της θυμωνε συνεχεια ετσι οπως της μαζευονταν ολα τα αξοδευτα. Η Λι Λι βρηκε καποιον που λιγο παραλια και λιγο καναπε-πυτζαμα μπορουσε να της δωσει, τουλαχιστον στην αρχη. Και αρχισε και τη κοπαναγε απο το μπαρ. Η αλλη δε μπορουσε να τα βγαλει περα μονη της. Οσο δεν τη πασπατευανε οι πελατες τοσο τους θυμωνε.
Το μπαρ παρακμασε σιγα σιγα και μετα απο εφτα μηνες ακριβως εκλεισε. Η Bank of China πηρε μυδια για αποπληρωμη του δανειου.
Η Σου Σου αλλαξε επαρχια και εμεινε καιρο χωρις χαρτια και ποιος ξερει τι εκανε μετα. Τη Λι Λι τη παρατησε ο βραχυπροθεσμος παραλιας. Το μπαρ της Κάι Λι παρακμασε κι αυτο γιατι της φυγανε τα καλυτερα παιδια.
Μετα απο μια ερευνα που εκανε η Bank of China για το πως θα καταφερνε να παρει τα λεφτα της πισω εδειξε οτι επρεπε να ξανασμιξει αυτες τις τρεις. Αλλα ηταν πλεον αδυνατο,
Κι ετσι εμεινε με τα μυδια στο χερι.
Στα νύχια της ...
20/9/2008
Η Μιν Μιν του τα 'χε αλλαξει τα φωτα του Γιοσίντα.
Ειτε στα Starbucks θα τους εβλεπα να της κραταει το χερι ανασαινοντας στο κοσμο των πιτσουνιών ειτε να της κουβαλαει λαχανιασμενος τσαντες στο Jusco. Δεν του 'κανε τη χαρη ουτε να τονε περιμενει, κι ολος ο κοσμος εβλεπε το χαλι του.
Πενηνταπενταρης και τον επαιζε. Γιαπωνεζος που ηρθε να κανει μπολικα λεφτα στη χωρα της και αυτη να παιρνει μια μικρη και αχαρη εκδικηση για ολες τις ιστορικες αδικιες και τα εγκληματα. Ξεπληρωνε τα παλια εγκληματα με μικρα καινουρια καθημερινα που ξεφτιλιζαν τον καυμενο το Γιοσίντα και τον βυθιζαν σε ενα βαθυ πηγαδι αυτοεξευτελισμου και απωλειας.
Σκληρο αφεντικο στη βιοτεχνια που ειχε φτιαξει στη πολη. Τη μερα ξεζουμιζε στη δουλεια φτωχους Κινεζους απο τα χωρια που τους εδινε για εξαημερη δουλεια οχτακοσαπενηντα γιουαν το μηνα και τα βραδυα και τα σαββατοκυριακα η Μιν Μιν του 'βγαζε το λαδι στα ψωνια και στα χαδια.
Αδιστακτη. Την ειχα δει πως τον ειχε κανει μεσα στα Starbucks μπροστα σε ολο το κοσμο, πετωντας του μια σακουλα με ρουχα στη μουρη. Εμ, κι αυτος δε παιζοτανε ομως ωρες ωρες. Τις πηρε ενα τσελεμεντε Γιαπωνεζικης μαγειρικης να μαθει στο τσουλι να του μαγειρευει Γιαπωνεζικα.
Σιγα μην του 'κανε τετοιο χατηρι. Μονο αυτον θα ξεροτηγανιζε σε σιγανη φωτια μεχρι τη μερα που η τελευταια του βιζα του θα εληγε.
Ενα περιεργο παιχνιδι δουναι και λαβειν. Πολυ μπλεγμενο ηταν το ποιος εδινε και τι εδινε και το ποιος επαιρνε και τι επαιρνε.
Τι κερδιζε αυτος που επαιρνε ετσι οπως ηταν απροκαλυπτα πουλημενος. Τι εδινε αυτος που εδινε απο τα περισσευουμενα και αχρειαστα?
Σφιχταγκαλιασμενοι για δυο χρονια σ' ενα χορο που το κυριο παθος του ηταν αυτο της εξαπατησης του ενος απο τον αλλο.
Η Μιν Μιν οσο ζυγωνε ο καιρος να φυγει ηθελε ολο και πιο πολλα. Σιγα μη πηγαινε μαζι του στη σιχαμερη Ζαπόν. Ο Γιοσίντα περιμενε το τελευταιο της χτυπημα και το φοβοταν. Δεν θα τον πειραζε να του επαιρνε χοντρα λεφτα στο φιναλε. Αυτο που θα εκαινε σα τσιλι στο ματι θα ηταν να του πεταγε τη στιγμη του αντιο καμια κουβεντα του στυλ "ποτε δεν σε αγαπησα". Δεν θα της εδινε αυτη τη χαρα και αυτος δεν θα αντεχε μια τετοια φοβερη εκδικηση εκ μερους της.
Ετσι χωρις κανεις να εχει προιδεαστει κανεις την εκανε για τη Ζαπόν τρεις μηνες πριν απο οτι ειχε κανονισει αρχικα. Μονο με τα ρουχα του εφυγε. Κι ενα βιβλιαριο τραπεζης γεματο εννοειται.
Η Μιν Μιν που ειχε βγαλει τα νυχια της και ηταν ετοιμη τη ρουφηξε κανονικα. Η εκδικηση της εμεινε καυτος κομπος στο στομαχι της. Το να ξεσκιζει και να πεταει Γιαπωνεζικους τσελεμεντεδες στο τοιχο δε λεει και πολλα νομιζω.
Μαγκάκι
19/9/2008
Το να εισαι ομορφη μπορει να ειναι ενας μεγαλος μπελας και η Ζακελιν αν γινοτανε θα ηθελε να ειναι οτιδηποτε αλλο εκτος απ΄αυτο. Κι αυτο γιατι ειχε μια ομορφια που δε σ' αφηνε ησυχο. Αμα την εβλεπες κολλαγες. Αυτη ομως δε χαμπαριαζε. Δε τους γουσταρε τους αντρες. Οχι οτι γουσταρε τις γυναικες δηλαδη. Φυσικα κυριος λογος ητανε ο πατριος της και η κακοποιηση που ειχε υποστει. Αλλα και μετα δε βρεθηκε και κανενας αξιος της. Δεν τους ειχε σε υποληψη, δεν της ειχαν αποδειξει απολυτως τιποτα και δεν εφταιγε αυτη γι' αυτο.
Ενα βραδυ ο ιδιοκτητης της αλυσιδας Μαρουγιάσου εχοντας κατεβασει σχεδον ενα μπουκαλι Σαντόρι της ειπε οτι θα της εδινε το χρυσο του Ρολεξ εαν και μονο τον αφηνε να δει το στηθος της. Μαλιστα το εβγαλε και το ακουμπησε στον παγκο του μπαρ. Η Ζακελιν το επιασε και ενω το στριφογυριζε στο δεικτη της του ειπε "Δις πουτ ιν γιορ κούλο" σε αψογα αγγλοβραζιλιανικα.
Ο τυπος που ειχε ολα τα Μαρουγιασου το βουλωσε και η Ζακελιν εχασε τη δουλεια της.
Γιατι ητανε μαγκάκι. Και η νυχτα δεν μπορουσε να της σπασει το τσαμπουκα της με τιποτα.
Με το Λαμπρο εμεινε ενα χρονο και τον εκανε να ξεχασει βαρειες μοναξιες. Του εφυγε και του γυρισε πισω πανω απο δεκα φορες. Τον αγαπαγε. Αλλα το ηξερε οτι θα της εφευγε. Κι αυτο τη τρελλαινε. Αλλα ξαναγυριζε.
Το τελευταιο βραδυ αφου τον εβρισε, εκλαψε και τον εκανε να κλαψει, τον γρατζουνιζε και του κανε κομματια καμποσα ρουχα παραδοθηκε στο αναποφευκτο και καπνιζε εξαντλημενη απο πονο σα να ηταν αυτο το μονο που θα την εσωζε.
Το ταξι που θα τον πηγαινε στο αεροδρομιο δεν ηρθε και ο Λαμπρος θα εχανε τη πτηση. Που να βρεις ταξι ξημερωματα. Η Ζακελιν εξαφανιστηκε για λιγο. Ο Λαμπρος τρελλος απο αγωνια δεν εδωσε σημασια ουτε και ακουσε καλα καλα τον ηχο του φορτηγου που μετα μιση ωρα σταματησε απ' εξω.
Ηρθε η Ζακελιν και του ειπε παμε. Βγηκε εξω και ειδε ενα τριαξονικο. Εβαλαν τις βαλιτσες του στη καροτσα.
Η Ζακελιν το οδηγησε τρεις ωρες με ακατεβατα εκατοεικοσι μεσα σε κλαμματα, μονολογους και βρισιες στα Πορτογαλικα και τσιγαρα.
Οταν εφτασαν στο αεροδρομιο, ανοιξε τη πορτα και πηδηξε στη καροτσα. Ετσι οπως στεκοταν απο κατω του πεταξε τις βαλιτσες πανω του.
"Στο καλο μαλακα" τον κατευοδωσε πνιγοντας το τελευταιο της κλαμμα.
Τώρα που παντρεύεσαι....
12/3/2009
|
Καθε φορα που εβλεπα το ονομα της να αναβοσβηνει στην οθονη του κινητου ηξερα οτι της ειχαν τελειωσει τα λεφτα. Ακομα και ο τροπος που με καλουσε ηταν αλλιωτικος, πιο επιμονα χτυπαγε το μαραφετι και πιο απαιτητικα απο το κανονικο του. Το ποσα μου ειχε φαει, κανοντας με να νιωθω αυτο το ωραιο και βαθυ αισθημα οτι βοηθουσα εναν ανθρωπο που ειχε αναγκη ουτε γω δε μπορουσα να το ξερω. Εκτος απο τα λεφτα που αγνουσα αν ο ακριβης αριθμος τους ειχε πεντε ή εξι ψηφια μου ειχε φαει επισης το ψυγειο, δυο ποδηλατα (ή μαλλον ενα, το δικο μου, το αλλο της το ειχα κανει δωρο και δεν πιανεται), ενα γουογκ με ειδικη επιστρωση μεσα εξω, δυο αγαλματακια Βουδα απο την Ιαπωνία, κατι σπεσιαλ φωτιστικα ζωγραφισμενα στο χερι, μεταξωτα φουλαρια απο τη Χανγκτζου, αγνωστο αριθμο απο cd και απειρες πετσετες προσωπου και μπανιου. Ειδικα τα τελευταια δεν ηξερα τι γινονταν στα χερια της, ανοιγε η Γη καπου και τα καταπινε.
Να κλεισω το θεμα με τα ποδηλατο δωρο, ειχαμε πιει πολυ σάκε και γω την αγαπουσα σα δεκαπενταχρονο και της λεω “πες τι θες να στο κανω τωρα” κι ενω περιμενα κατι μεγαλο, κατι δυσκολο για το οποιο ενιωθα πανετοιμος αυτη μου ειπε “ενα ποδηλατο”. Της το πηρα, το καβαλησε κι εφυγε, γυρισα τρεκλιζοντας σπιτι, την ειδα μετα τρεις μερες. “που ησουνα?” τη ρωταω “εκανα ποδηλατο” μου λεει. Ητανε ομως ωραιο ποδηλατο και με αναγκασε κι εμενα να παρω ενα γιατι ηθελα να τη βλεπω συχνοτερα και οχι μια ανα τριήμερο. Τα μαλλια της ανεμιζαν πισω ετσι οπως ετρεχε και γενικα ηταν ακομα πιο ωραια στο ποδηλατο παρα πεζη.
Και για τ' αγαλματακια του Βουδα δε με ενοιαζε, πολυ σοβαρος ηταν, ειχε κλεισει και τα ματια του και κατι σκεφτοταν - ποδηλατα ισως. Εμενα μου αρεσαν αυτοι οι Βουδες με τη κοιλαρα τεντα ρεντα που γελαγαν σα μαναβηδες της λα'ι'κης που ξεπουλησαν και ειχαν κατεβασει και τεσσερις μπυρες στο καπακι. Οποτε σκασιλα μου και για τους Βουδες.
Τωρα με τα φωτιστικα υπηρχε ενα θεμα. Δε θελω να το σχολιασω γιατι τα πουλησε σ' ενα ελληνα ναυτικο που εφτιαχνε καινουριο σπιτι στην Ανθουσα, ακριβως στη τιμη που τα ειχα αγορασει, μη σου πω και λιγο παρακατω. Τοση πρεμουρα ειχε. Την αλλη χρονια ο ναυτικος ξαναηρθε, εμεινε μια βδομαδα στη πολη, ολη στο ξενοδοχειο μαζι της. Δε με πειραζε αυτο. Σιγα. Πολυ με πειραζε ομως να σκεφτομαι αυτα τα ωραια φωτιστικα τα χειροποιητα στο γιαπι του να καθεται απο κατω τους και να τα χαιρεται και να λεει στους φιλους του καμαρωνοντας “τάφερα απ' τη Κινα”. Κι αυτοι να λενε “τι ωραια” και “τι ωραια”. Βεβαια ηταν ωραια. Αφου εγω τα διαλεξα. Μια φορα, πεντ-εξι χρονια απο τοτε ακουσα ν' αναφερετε η λεξη “Ανθουσα” και μια βελονα σα να μπηκε στο αριστερο μου ματι ξεκινωντας απο καπου πιο πισω. Ευτυχως που ο τυπος εμενε εκει και οχι σε καμια Κυψελη, Πειραιά, Θεσσαλονικη. Μερη που τα ακουω συχνα και θα ειχανε γεμισει τα ματια μου βελονες. Τωρα τι ηθελε παλι? Μια χαρα ημουνα δυο μηνες, μετακομισα και στην αλλη ακρη της πολης να μην αφησω ουτε στη τυχη κανενα περιθωριο να μου κανει κανα παιχνιδι να τη συνατησω. “θελω τη βοηθεια σου”. “αυτο εννοειται” “τιποτα δεν εννοειται” “οποτε ουτε και η βοηθεια μου” “αυτο εννοειται” “αυτο ειπα κι εγω” Και ηθελε λέει τζινσεγκ. Ηξερε το ψωνιο μου γι αυτο και καποιος που ηρθε στη πολη και περασε απο το μαγαζι της αφου τη κερασε καμια δεκαρια και τον εκανε κουνουπιδι της ειπε οτι ειχε ακουσει οτι ειναι καλυτερο κι απο το βιάγκρα και να του βρει και το πληρωνει οσο-οσο. “και γιατι δε παει σ' ενα σουπερμαρκετ να παρει? Γεματα ειναι” της ειπα, θελοντας να τη ξεφορτωθω κι αυτη και τον αλλο με τις μισες του καυλες. “τρελλος εισαι? Θα μου δωσεις αυτο απο τη Κορεα με το πιστοποιητικο και θα του το πουλησω σα χρυσαφι εγω” Κατι παλαβο μ' επιασε, το τζινσεγκ ετσι κι αλλιως το ειχα βαρεθει, το ειχα ριξει στα τσαγια και στα ματζουνια. Ασε που ειχε ληξει κιολας. “ενταξει” της ειπα, “θα στο φερω το βραδυ”. Πηγα, ωραιος ήταν ο τυπος, λεβεντια. Μου αρεσε γιατι αυτη την αισθηση του “σεξ επειγοντως” που ειχανε οι αλλοι αυτος την ειχε κοντρολαρισμενη. Την ειχε ομως. Που και που την εκοβε και το ματι του γυαλιζε. Τι περιεργες συμφωνιες ειχανε κανει τις αγνοουσα αν και κατι περναγε απο το μυαλο μου. Περαστικο που εμοιαζε ομως με βελονα. Ηπιαμε, ακουσαμε Τερζη και Τερλεγκα, εριξε κι ενα ζειμπεκικο καλουτσικο και σε μια στιγμη που αυτος δε μας εβλεπε της εδωσα το τζινσεγκ τυλιγμενο σε μια χαρτοπετσετα. “Το πιστοποιητικο που ειναι” με ρωτησε. Γατα. Της το εδωσα διπλωμενο. Ιδιο νουμερο στο χαρτι ιδιο στο βαζακι. Οι ναυτικοι τα ξερουνε αυτα, δεν τους ξεγελας. Την ημερομηνια μονο μην εβλεπε. Μετα εφυγα. Τρεκλιζοντας. Ευτυχης. Και μετα τρεις μερες με πηρε και μου ειπε ευχαριστω. “Τι?” τη ρωτησα. “Πετυχε?” “Παραπετυχε. Χι γουάζ λάικ τουέντιφάιβ” Δεν τη ρωτησα πως το ηξερε. Προφυλαξη. “Ντου γιού νόου γουέρ ιζ χι φρομ?” Στη μεση της κραυγης μου “Οοοχι, οοχι μη μου πεις” με προλαβε “Βόλος” μου λέει “ντου γιού νόου?” 'Αι νόου, άι νόου ρε γαμότο, εντ θενκς Μπουντα χι ιζ νοτ φρομ Κιψελι, Πιρέους, Τεσαλόνικα γαμότο κερατό μου μεσα, σκεφτομουνα πατωντας δυνατα να κλεισω το μαραφετι να σταματησω τη φωνη της. |
